Η χρήση μακρολιδίων στο 1ο τρίμηνο της εγκυμοσύνης συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο συγγενών ανωμαλιών, ιδιαίτερα στην καρδιά, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας έρευνας που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό The BMJ.

Όπως υποστήριξαν οι επιστήμονες, οι παρατηρήσεις τους δείχνουν ότι οι μακρολίδες πρέπει να αποφεύγονται στα αρχικά στάδια της εγκυμοσύνης, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν εναλλακτικές επιλογές για άλλα αντιβιοτικά.

Οι μακρολίδες (στις οποίες περιλαμβάνονται η ερυθρομυκίνη, η κλαριρθομυκίνη και η αζιθρομυκίνη) χρησιμοποιούνται ευρέως για την αντιμετώπιση των βακτηριακών λοιμώξεων. Οι γιατροί τις επιλέγουν επίσης συχνά ως εναλλακτική επιλογή για τους ασθενείς που έχουν αλλεργία στην πενικιλλίνη.

Προηγούμενες έρευνες είχαν δείξει ότι οι μακρολίδες μπορεί, σε σπάνιες περιπτώσεις, να προκαλέσουν ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδιαίτερα στα έμβρυα. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες αυτές σχετίζονται με τις δράσεις των φαρμάκων αυτών στις αρρυθμίες, ωστόσο η χρήση τους κατά την εγκυμοσύνη δεν έχει απαγορευτεί.

Για να διαλευκάνουν το παραπάνω πρόβλημα, επιστήμονες από το UCL αποφάσισαν να εξετάσουν τη σύνδεση ανάμεσα σε χρήση των μακρολίδων κατά την εγκυμοσύνη και την εμφάνιση μειζόνων δυσπλασιών, καθώς και 4 νευροαναπτυξιακών διαταραχών (εγκεφαλική παράλυση, επιληψία, ΔΕΠΥ και διαταραχή αυτισμού) στα παιδιά.

Οι επιστήμονες ανέλυσαν δεδομένα από 104.605 παιδιά που είχαν γεννηθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο από το 1990 μέχρι το 2016 και παρακολούθησαν την πορεία τους μέχρι την ηλικία των 5.8 ετών κατά μέσο όρο. Άλλα 82.314 παιδιά των οποίων οι μητέρες είχαν λάβει μακρολίδες ή πενικιλλίνη πριν την εγκυμοσύνη, καθώς και 53.735 παιδιά που ήταν αδέρφια των παιδιών της έρευνας, αποτέλεσαν την αρνητική ομάδα ελέγχου.

Συνολικά, μείζονες δυσπλασίες παρουσιάστηκαν στα 1.666 από τα 95.973 παιδιά των οποίων οι μητέρες είχαν λάβει μακρολίδες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Μετά την προσαρμογή για διάφορους παράγοντες που μπορεί να επηρέασαν τα αποτελέσματα, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι η χορήγηση μακρολιδών κατά το 1ο τρίμηνο της κύησης σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο δυσπλασιών συγκριτικά με την πενικιλλίνη (28 έναντι 18 στα 1000) και ειδικότερα καρδιακών δυσπλασιών (11 έναντι 7 στα 1000).

Ο αυξημένος αυτός κίνδυνος δεν παρατηρήθηκε σε όσες μητέρες έλαβαν μακρολίδες στο 2ο ή το 3ο τρίμηνο της κύησης.

Η χορήγηση μακρολίδων σχετίστηκε επίσης με ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο δυσπλασιών στα γεννητικά όργανα (5 έναντι 3 ανά 1000). Για τα υπόλοιπα οργανικά συστήματα ή νευροαναπτυξιακές διαταραχές δεν παρατηρήθηκε αντίστοιχη σύνδεση.

Καθώς η παρούσα μελέτη ήταν μία έρευνα παρατήρησης δεν μπορεί να αποδείξει σχέση αιτίας-αποτελέσματος. Επιπλέον, είχε ορισμένους περιορισμούς, όπως για παράδειγμα το γεγονός ότι οι επιστήμονες δεν κατάφεραν να συνδέσουν το στάδιο της λήψης των μακρολίδων με συγκεκριμένες δυσπλασίες ή νευροαναπτυξιακές διαταραχές.

Ωστόσο, τα αποτελέσματα δεν διαφοροποιήθηκαν στις μελλοντικές αναλύσεις, γεγονός που δείχνει ότι ήταν ισχυρά.

Αν τελικά αποδειχθεί σχέση αιτίας-αποτελέσματος, οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι η χορήγηση μακρολίδων αντί για πενικιλλίνη θα οδηγεί σε εμφάνιση 4 επιπλέον περιστατικών καρδιακών δυσπλασιών ανά 1000 παιδιά.

«Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι οι μακρολίδες πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή κατά την εγκυμοσύνη ή ακόμα και να αποφεύγονται εντελώς, τουλάχιστον μέχρι να γνωρίζουμε περισσότερα», κατέληξαν.