Η παχυσαρκία αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της δημόσιας υγείας σήμερα. Οι παχύσαρκοι ασθενείς διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για μία σειρά παθήσεις, μεταξύ των οποίων ο η καρδιαγγειακή νόσος, ο διαβήτης τύπου 2 και ορισμένες μορφές καρκίνου. Το περιττό σωματικό λίπος μπορεί να προκαλέσει επίσης επιβλαβείς αλλαγές στο μεταβολισμό. Τα παραπάνω μεταβολικά προβλήματα έχουν συνδεθεί με βλάβες σε διάφορα όργανα, όπως το ήπαρ και το πάγκρεας.

Μία διατροφή υψηλής περιεκτικότητας σε λίπη και υδατάνθρακες μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση του σωματικού βάρους, καθώς και χρόνια, ήπια φλεγμονή. Η βελτίωση της διατροφής και η φυσική άσκηση μπορεί να βοηθήσουν στην απώλεια βάρους, ωστόσο η διατήρηση ενός υγιούς σωματικού βάρους αποτελεί πρόκληση για τους περισσότερους ασθενείς. Ως αποτέλεσμα, αρκετοί ερευνητές εξετάζουν διάφορες νέες θεραπείες για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας.

Μία ερευνητική ομάδα με επικεφαλής τους Dr Michel Bernier και Dr Rafael de Cabo από το National Institute of Aging των ΗΠΑ εξέτασε τη χρήση της δισουλφιράμης για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας σε πειραματόζωα. Το φάρμακο αυτό χρησιμοποιείται στην αντιμετώπιση της εξάρτησης από το αλκοόλ για περισσότερο από 50 χρόνια, ενώ είναι γνωστό ότι έχει και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες. Οι ερευνητές ενδιαφέρθηκαν αρχικά για το παραπάνω φάρμακο όταν έμαθαν ότι προσφέρει οφέλη στην αντιμετώπιση του διαβήτη τύπου 2 στα πειραματόζωα.

Για την έρευνά τους, οι επιστήμονες χορήγησαν διατροφή υψηλή με υψηλά λιπαρά σε πειραματόζωα (ποντίκια) για 12 εβδομάδες. Τα ποντίκια έγιναν παχύσαρκα και εκδήλωσαν μεταβολικά προβλήματα αντίστοιχα με αυτά που εμφανίζονται στον προδιαβήτη, όπως για παράδειγμα αντίσταση στην ινσουλίνη και αυξημένα επίπεδα γλυκόζης αίματος.

Στη συνέχεια, οι επιστήμονες χώρισαν τα ποντίκια σε 4 διαφορετικές ομάδες για 12 εβδομάδες. Η πρώτη ομάδα έκανε την τυπική διατροφή, η δεύτερη έκανε διατροφή με υψηλά λιπαρά, η τρίτη ομάδα έκανε διατροφή με υψηλά λιπαρά και μικρές δόσεις δισουλφιράμης και η τέταρτη ομάδα έκανε διατροφή με υψηλά λιπαρά και μεγαλύτερες δόσεις δισουλφιράμης.

Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Cell Metabolism στις 14 Μαΐου.

Όπως ήταν αναμενόμενο, τα ποντίκια στην ομάδα που έκανε διατροφή με υψηλά λιπαρά συνέχισαν να αυξάνουν το βάρος τους και παρουσίασαν περισσότερα μεταβολικά προβλήματα. Τα ποντίκια που έκαναν την τυπική διατροφή παρουσίασαν μείωση στο σωματικό βάρος και το σωματικό λίπος, ενώ και τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα επέστρεψαν σε φυσιολογικές τιμές.

Τα ποντίκια που έκαναν διατροφή με υψηλά λιπαρά και πήραν δισουλφιράμη παρουσίασαν σημαντική μείωση στο σωματικό βάρος, αλλά και στις σχετιζόμενες με αυτό μεταβολικές βλάβες. Στην ομάδα που έπαιρνε υψηλές δόσεις του φαρμάκου, το σωματικό βάρος μειώθηκε κατά σχεδόν 40% μέσα σε μόλις 4 εβδομάδες. Η θεραπεία με δισουλφιράμη περιόρισε επίσης τις βλάβες στο πάγκρεας και το ήπαρ.

Κανένα από τα ποντίκια δεν ασκήθηκε ούτε είχε κάποια σημαντική αλλαγή στη συμπεριφορά του που ενδεχομένως επηρέασε το σωματικό βάρος. Αυτό δείχνει ότι η μείωση του βάρους αποδίδεται αποκλειστικά στο φάρμακο.

«Όταν αποφασίσαμε να εξερευνήσουμε το φάρμακο, δεν μπορούσαμε να γνωρίζουμε τι επιδράσεις θα είχε, ωστόσο μόλις διαπιστώσαμε ότι πράγματι βοηθά στην απώλεια βάρους, εντυπωσιαστήκαμε», είπε ο Bernier.

Προς το παρόν, δεν γνωρίζουμε αν το φάρμακο θα έχει τις ίδιες θετικές επιδράσεις και στους ανθρώπους. Προηγούμενες κλινικές δοκιμές της δισουλφιράμης δεν είχαν εξετάσει τις επιδράσεις του στο βάρος ή τη μεταβολική υγεία των εθελοντών. Κατά συνέπεια, οι ειδικοί προειδοποίησαν ότι το φάρμακο δεν πρέπει να χορηγείται για την απώλεια βάρους, μέχρι να γνωρίζουμε περισσότερα για τις επιδράσεις του.

Βιβλιογραφία: NIH