Η έρευνα για μία βακτηριακή τοξίνη που ανακαλύφθηκε προσφάτως στην Αδελαΐδα κατάφερε να οδηγήσει στην ανάπτυξη μίας νέας εξέτασης αίματος για την πρώιμη διάγνωση του καρκίνου των ωοθηκών, μία πάθηση η οποία ενοχοποιείται για περισσότερους από 150.000 θανάτους ετησίως.

Η νέα αυτή εξέταση αίματος έχει τη δυνατότητα να βελτιώσει σημαντικά τα ποσοστά έγκαιρης διάγνωσης της νόσου, αν και θα χρειαστεί ακόμα περισσότερες κλινικές δοκιμές μέχρι να μπορεί να κυκλοφορήσει στην αγορά.

Μία ερευνητική ομάδα από το Πανεπιστήμιο της Αδελαΐδας και το Πανεπιστήμιο του Γκρίφιθ μελέτησε τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ της τοξίνης και μίας μη φυσιολογικής γλυκάνης (σάκχαρο) που εκφράζεται στην επιφάνεια των καρκινικών κυττάρων και απελευθερώνεται στο αίμα.

Η ομάδα κατάφερε να τροποποιήσει ένα αβλαβές τμήμα της τοξίνης με σκοπό να ενισχύσει την ειδικότητά της για την καρκινική γλυκάνη και κατάφεραν να την ανιχνεύσουν σε δείγματα αίματος από γυναίκες με καρκίνο των ωοθηκών.

Μία έρευνα που δημοσιεύτηκε αυτό το μήνα στο Biochecmical and Biophysical Research Communications έδειξε ότι η νέα εξέταση ήταν ικανή να ανιχνεύσει σημαντικά επίπεδα της καρκινικής γλυκάνης στο 90% των δειγμάτων αίματος από γυναίκες με καρκίνο των ωοθηκών σταδίου 1 και στο 100% τωνδειγμάτων από προχωρημένα στάδια της νόσου, αλλά σε κανένα δείγμα αίματος από την ομάδα ελέγχου.

«Ο καρκίνος των ωοθηκών είναι ιδιαίτερα δύσκολο να ανιχνευθεί στα πρώιμα στάδια, στα οποία οι διαθέσιμες θεραπείες είναι περισσότερες και τα ποσοστά επιβίωσης υψηλότερα. Η νέα αυτή εξέταση, επομένως, έχει τεράστια σημασία», είπε ο καθηγητής Τζέιμς Πάτον, διευθυντής του ερευνητικού κέντρου για τα λοιμώδη νοσήματα στο Πανεπιστήμιο της Αδελαΐδας.

Ο Μάικλ Τζένινγκς, αναπληρωτής διευθυντής στο Ινστιτούτο Γλυκομικής στο Πανεπιστήμιοτου Γκρίφιθ, δήλωσε: «Η ανακάλυψη αυτού του νεοπλασματικού δείκτη μπορεί επίσης να έχει χρησιμότητα στην απλή υγρή βιοψία για την παρακολούθηση του σταδίου και της θεραπείας της συγκεκριμένης μορφής καρκίνου».

Η ομάδα αναζητά σήμερα νέους συνεργάτες για να μπορέσει να ελέγξει την αποτελεσματικότητα της εξέτασης σε μεγαλύτερο δείγμα ασθενών με σκοπό να την προετοιμάσει για μαζική χρήση.

Βιβλιογραφία: The University of Adelaide