Η μεγαλύτερη γενετική μελέτη για το άγχος μέχρι σήμερα αποκάλυψε 6 νέα γονιδιακά αλληλόμορφα που σχετίζονται με τη διαταραχή, γεγονός που προσφέρει νέους στόχους για την ανάπτυξη θεραπειών.

Από τα αποτελέσματα φάνηκε επίσης ότι υπάρχει μεγάλη γενετική αλληλοεπικάλυψη ανάμεσα στο άγχος, τη μείζονα κατάθλιψη και τις υπόλοιπες ψυχιατρικές νόσους που συχνά συνοδεύουν την αγχώδη διαταραχή.

«Αυτά είναι τα πιο πλήρη δεδομένα σχετικά με τη γενετική επιβάρυνση για την αγχώδη διαταραχή μέχρι σήμερα», είπε ο Joel Gelernter, επικεφαλής της έρευνας από το Yale University School of Medicine.

«Μέχρι σήμερα δεν υπήρχαν δεδομένα που να εξηγούν γιατί το άγχος και η κατάθλιψη συχνά συνυπάρχουν στον ίδιο ασθενή, ωστόσο η έρευνά μας προσφέρει συγκεκριμένα γενετικά δεδομένα που εξηγούν την παραπάνω σύνδεση», πρόσθεσε ο ίδιος.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στις 7 Ιανουαρίου στο επιστημονικό περιοδικό American Journal of Psychiatry.

6 Νέα Γενετικά Αλληλόμορφα

Η έρευνα ανάλυσης του γονιδιώματος εξέτασε γενετικά δεδομένα από 241.541 εθελοντές ευρωπαϊκής καταγωγής και 61.796 εθελοντές αφρικανικής καταγωγής που είχαν λάβει μέρος στο Veterans Affairs’ Million Veteran Program, μία από τις μεγαλύτερες βάσεις δεδομένων που περιλαμβάνει γενετικές, περιβαλλοντικές και ιατρικές πληροφορίες για τους εθελοντές.

Οι επιστήμονες κατάφεραν να ταυτοποιήσουν 6 περιοχές του γονιδιώματος που συνδέθηκαν με αυξημένο κίνδυνο αγχώδους διαταραχής, εκ των οποίων οι 5 ήταν στους ευρωπαίους εθελοντές ένω η 1 στους αφρικανούς.

Τα παραπάνω γονίδια παίζουν σημαντικό ρόλο στον άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης-επινεφριδίων, στη νευρωνική ανάπτυξη και στη γενικότερη ρύθμιση της γονιδιακής έκφρασης.

Τα δύο σημαντικότερα γονίδια που συνδέονται με το άγχος εντοπίστηκαν στο χρωμόσωμα 3 κοντά στο γονίδιο SATB1, ένα γενικό ρυθμιστή της γονιδιακής έκφρασης που επηρεάζει την έκφραση αρκετών γονιδίων μεταξύ των οποίων και αυτά που συνδέονται με τη νευρωνική ανάπτυξη, και στο χρωμόσωμα 6 κοντα στο γονίδιο ESR1, το οποίο κωδικοποιεί έναν υποδοχέα οιστρογόνων.

Αν και το εύρημα αυτό μπορεί πιθανώς να εξηγήσει γιατί οι γυναίκες διατρέχουν σχεδόν διπλάσιο κίνδυνο αγχώδους διαταραχής σε σχέση με τους άνδρες, οι επιστήμονας σημείωσαν ότι η μελέτη τους εξέτασε κυρίως άνδρες, γεγονός που δείχνει ότι πρέπει να γίνουν περισσότερες έρευνες.

Οι ερευνητές ανακάλυψαν επίσης μία περιοχή που συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο στο χρωμόσωμα 7 κοντά στο γονίδιο του μιτωτικού σημείου ελέγχου MAD1L1, το οποίο είχε συνδεθεί στο παρελθόν με τη διπολική διαταραχή και τη σχιζοφρένεια. Συμπεραίνουμε έτσι ότι το γονίδιο αυτό εμπλέκεται πιθανώς σε αρκετές ψυχιατρικές νόσους.

Οι ερευνητές παρατήρησαν επίσης «πολύ ισχυρή» γενετική σύνδεση ανάμεσα στο άγχος και τα ψυχιατρικά χαρακτηριστικά όπως η κατάθλιψη και η νευρωτισμός, αλλά ασθενέστερη γενετική αλληλοεπικάλυψη με τις νευρολογικές παθήσεις.

Το Άγχος και η Κατάθλιψη Συνδέονται Ισχυρά

Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της έρευνας, ο James Potash, επικεφαλής του τμήματος ψυχιατρικής στο Johns Hopkins Medicine, δήλωσε ότι «ουσιαστικά επιβεβαιώνεται ότι η γενετική προδιάθεση για το άγχος και την κατάθλιψη συνδέονται ισχυρά μεταξύ τους. Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη και ουσιαστικά επιβεβαιώνει ότι βρισκόμαστε σε καλό δρόμο για την αντιμετώπιση των παραπάνω παθήσεων».

Αναφερόμενος σε συγκεκριμένα γονίδια και τις οδούς έκφρασής τους, ο Potash τόνισε ότι είναι σημαντικό ότι το ένα γονίδιο βρίσκεται στον άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης-επινεφριδίων.

«Αυτή η οδός γνωρίζουμε εδώ και αρκετά χρόνια ότι παίζει ρόλο τόσο στο άγχος όσο και στην απόκριση στο στρες», σημείωσε.

Το άλλο ενδιαφέρον εύρημα, σύμφωνα με τον ίδιο επιστήμονα, είναι η σύνδεση ανάμεσα στο γονίδιο ESR1 και το άγχος «σε μία έρευνα που εξέτασε σχεδόν αποκλειστικά άνδρες. Αυτό μας δείχνει ότι η σύνδεση είναι πιο σύνθετη και δεν περιορίζεται στις ορμόνες του γυναικείου φύλου», πρόσθεσε.

Ο Potash δήλωσε ότι ένα από τα θετικά που προσφέρει το είδος αυτό της έρευνας είναι ότι αναδεικνύει συγκεκριμένα γονίδια ή οδούς έκφρασης που «μας δείχνουν πως ξεκινά το άγχος στον εγκέφαλο, προσφέροντας παράλληλα νέους στόχους για την ανάπτυξη θεραπειών».

Βιβλιογραφία: Medscape