Μία ομάδα ερευνητών από το King’s College London ανακοίνωσε πριν λίγες ημέρες τα πρώτα αποτελέσματα της μελέτης PREDICT, η οποία είναι η μεγαλύτερη μελέτη του είδους της σχετικά με τη διατροφή.

Τα αποτελέσματα δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Nature Medicine και παρουσιάστηκαν στο American Society of Nutrition 2020. Όπως διαπιστώθηκε, η μεταβολική απόκριση, καθώς και τα επίπεδα της φλεγμονής που εμφανίζονται μετά την κατανάλωση διαφόρων τροφίμων, μπορεί να διαφέρει σημαντικά ανάμεσα σε δύο υγιείς ενήλικες.

Η κακή μεταβολική απόκριση στα τρόφιμα, η οποία χαρακτηρίζεται από αυξημένη διάρκεια και μεγαλύτερη προσπάθεια για την απομάκρυνση της γλυκόζης και του λίπους από το αίμα, συνδέεται με μία σειρά παθήσεις που σχετίζονται με ήπια φλεγμονή, όπως η καρδιαγγειακή νόσος, ο διαβήτης τύπου 2 και η παχυσαρκία.

Τα αποτελέσματα έδειξαν επίσης ότι η εξατομικευμένη προσέγγιση στη διατροφή μπορεί να βελτιώσει σημαντικά την υγεία περιορίζοντας τα επίπεδα της φλεγμονής μετά από κάθε γεύμα.

«Αναφορικά με το βάρος, δίνουμε συχνά μεγάλη σημασία μη τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου, όπως για παράδειγμα τα γονίδια. Στην πραγματικότητα, αν και η κληρονομικότητα σίγουρα παίζει κάποιο ρόλο, υπάρχουν αρκετοί άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν την απόκριση στα διάφορα τρόφιμα και τη διατήρηση ενός υγιούς μεταβολισμού. Η έρευνα έδειξε ότι προκειμένου να επιτευχθεί ένα υγιές σωματικό βάρος θα πρέπει να εξετάζεται ο κάθε ασθενής εξατομικευμένα», τόνισε ο καθηγητής Tim Spector, επικεφαλής της έρευνας από το King’s College London.

Η μελέτη PREDICT-1 εξέτασε συνολικά 1.103 εθελοντές από τις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία, εκ των οποίων οι 660 ήταν μονοζυγωτικοί ή διζυγωτικοί δίδυμοι από τη βάση δεδομένων TwinsUK. Διεξήχθη από το King’s College London σε συνεργασία με τη φαρμακευτική εταιρία ZOE.

Η έρευνα εξέτασε μία σειρά παράγοντες, από τα επίπεδα της γλυκόζης, των λιπιδίων και της ινσουλίνης στο αίμα, μέχρι την ποιότητα του ύπνου και τη σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος για ένα διάστημα 2 εβδομάδων. Αποτελεί την πλέον λεπτομερή μελέτη μέχρι σήμερα που εξετάζει διάφορους παράγοντες που επηρεάζουν την απόκριση του οργανισμού στα τρόφιμα.

Παρά τις σημαντικές διαφορές που παρατηρήθηκαν στις μεταβολικές αποκρίσεις ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς εθελοντές, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι ο κάθε εθελοντής παρουσίαζε ακριβώς την ίδια απόκριση μετά την κατανάλωση του ίδιου γεύματοςσε διάφορες περιστάσεις.

Συγκεκριμένα, τα αποτελέσματα της μελέτης PREDICT-1 έδειξαν:

  • Υπάρχουν αρκετοί διαφορετικοί παράγοντες που επηρεάζουν την ικανότητα ενός ατόμου να επιτύχει την ιδανική υγεία. Σε αυτούς περιλαμβάνονται το εντερικό μικροβίωμα, τα επίπεδα γλυκόζης, λιπιδίων και ινσουλίνης στο αίμα, η φυσική άσκηση και ο ύπνος, μεταξύ άλλων.
  • Η κληρονομικότητα επηρεάζει σε μικρό βαθμό την απόκριση του μεταβολισμού σε συγκεκριμένα τρόφιμα. Μάλιστα, ακόμα και ομοζυγωτικοί δίδυμοι μπορεί να παρουσιάσουν πολύ διαφορετική απόκριση καταναλώνοντας το ίδιο γεύμα.
  • Ο κάθε άνθρωπος παρουσιάζει διαφορετική απόκριση στην κατανάλωση συγκεκριμένων γευμάτων (διατροφική απόκριση), επομένως δεν υπάρχει «μία σωστή δίαιτα» για όλους.
  • Η ιδανική ώρα για τα γεύματα εξαρτάται επίσης από το άτομο και δεν είναι ίδια για όλους. Όπως παρατήρησαν οι ερευνητές, ορισμένοι εθελοντές είχαν καλύτερο μεταβολισμό το πρωί, κάτι που ωστόσο δεν ίσχυε για άλλους.
  • Η ιδανική σύνθεση ενός γεύματος αναφορικά με την περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες, λίπη, πρωτεΐνες και φυτικές ίνες διαφέρει για το κάθε άτομο, επομένως οι δίαιτες που βασίζονται σε συγκεκριμένες ποσότητες τροφίμων είναι πολύ γενικές και δεν είναι αποτελεσματικές για όλους. Για παράδειγμα, ένας ασθενής με ευαισθησία στη γλυκόζη μπορεί να χρειαστεί να περιορίσει την κατανάλωση υδατανθράκων, κάτι που δεν είναι απαραίτητο για ένα άλλο άτομο.
  • Η περιεκτικότητα σε θρεπτικές ουσίες επηρεάζει μόλις το 25% της απόκρισης στα τρόφιμα που καταναλώνουμε. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι έχει σημασία όχι μόνο το τι τρώμε, αλλά και πώς τρώμε (ώρα της ημέρας, ύπνος, άσκηση, κλπ).

Η Dr Sarah Berry, συγγραφέας του άρθρου που δημοσιεύτηκε στο Nature Medicine, επίσης από το King’s College London, δήλωσε:

«Διαπιστώσαμε ότι η αύξηση στα επίπεδα της γλυκόζης και των λιπιδίων στο αίμα μετά την κατανάλωση ενός γεύματος, εκκινεί μία φλεγμονώδη απόκριση που διαφέρει σημαντικά σε κάθε άτομο. Οι αλλαγές στη διατροφή και τον τρόπο ζωής που έχουν ως στόχο να μειώσουν την παρατεταμένη αύξηση στα επίπεδα της γλυκόζης και των λιπιδίων στο αίμα αποτελούν, επομένως, καλή προσέγγιση για τον περιορισμό της ήπιας φλεγμονής και των παθήσεων που σχετίζονται με αυτή, όπως ο διαβήτης τύπου 2 και η καρδιαγγειακή νόσος».