Μετά από περισσότερο από έναν αιώνα σκωληκοειδεκτομών, οι γιατροί διαπιστώνουν σήμερα ότι αυτή η χειρουργική επέμβαση μπορεί να μην είναι τελικά απαραίτητη. Συχνά, μία απλή αντιβιοτική αγωγή μπορεί να είναι εξίσου αποτελεσματική με τη χειρουργική αντιμετώπιση για την αντιμετώπιση της οξείας σκωληκοειδίτιδας.

Η παραπάνω αποκάλυψη προέρχεται από μία μεγάλη, τυχαιοποιημένη μελέτη από τη Φινλανδία, που δημοσιεύτηκε στο JAMA.

Παρά το γεγονός ότι ανατρέπει μία προσέγγιση που, για αρκετές δεκαετίες, θεωρείτο τυπική, το εύρημα της μελέτης δεν αποτέλεσε έκπληξη. Αρκετές άλλες τυχαιοποιημένες μελέτες που διεξήχθησαν τα τελευταία χρόνια είχαν δείξει ότι τα αντιβιοτικά επαρκούν για την αντιμετώπιση της οξείας σκωληκοειδίτιδας. Οι έρευνες αυτές, ωστόσο, είχαν αφήσει κάποια αναπάντητα ερωτήματα, όπως για παράδειγμα αν τα αντιβιοτικά προκαλούν μόνο προσωρινή βελτίωση ή αν επιβαρύνουν την κατάσταση του ασθενούς όταν θα χρειαστεί χειρουργείο αργότερα.

Η νέα έρευνα ωστόσο, απάντησε τα παραπάνω ερωτήματα. Σχεδόν τα 2/3 των ασθενών που έλαβαν αντιβιοτικά για την αντιμετώπιση μίας ανεπίπλεκτης σκωληκοειδίτιδας δεν χρειάστηκαν χειρουργική επέμβαση τα επόμενα 5 χρόνια, όπως ανέφεραν οι επιστήμονες από τη Φινλανδία. Επίσης, όσοι ασθενείς χρειάστηκε να κάνουν τελικά σκωληκοειδεκτομή αργότερα, δεν είχαν κάποια επιβάρυνση από την καθυστέρηση του χειρουργείου.

«Η μακροχρόνια διάρκεια της έρευνας υποστηρίζει την αντιβιοτική θεραπεία ως εναλλακτική του χειρουργείου για την ανεπίπλεκτη σκωληκοειδίτιδα», είπαν οι ερευνητές.

Το εύρημα αυτό δείχνει ότι αρκετοί ασθενείς με σκωληκοειδίτιδα μπορούν να αποφύγουν τους κινδύνους μίας χειρουργικής επέμβασης, όπως για παράδειγμα τον αυξημένο κίνδυνο λοιμώξεων. Μπορούν επίσης να γλιτώσουν το οικονομικό κόστος και τη διάρκεια ανάρρωσης που χρειάζεται μία χειρουργική επέμβαση. Οι ερευνητές τόνισαν, πάντως, ότι θα πρέπει να συλλέξουν περισσότερα δεδομένα για να υποστηρίξουν τα παραπάνω οφέλη.

Για το αρχικό κομμάτι της έρευνας, οι επιστήμονες, με επικεφαλής της Πολίνα Σαλμίνεν χώρισαν τους 530 ασθενείς που είχαν προσέλθει στο νοσοκομείο με οξεία, ανεπίπλεκτη σκωληκοειδίτιδα σε δύο ομάδες. Στη μία ομάδα έγινε η τυπική σκωληκοειδεκτομή, δηλαδή η αφαίρεση της φλεγμαίνουσας σκωληκοειδούς αποφύσεως, ενώ η άλλη ομάδα έλαβε αντιβιοτικά.( Να σημειωθεί εδώ ότι ανεπίπλεκτη θεωρείται η σκωληκοειδίτιδα που δεν χαρακτηρίζεται από διάτρηση, έλκη ή υποψία νεοπλάσματος).

Οι ασθενείς είχαν ηλικίες από 18 έως 60 ετών και γράφτηκαν στην έρευνα κάποια στιγμή από το Νοέμβριο του 2009 μέχρι τον Ιούνιο του 2012. Αυτοί που έκαναν χειρουργείο παρέμειναν στο νοσοκομείο κατά μέσο όρο για 3 ημέρες, ενώ οι ασθενείς που έλαβαν αντιβιοτικά έλαβαν ενδοφλεβίως φάρμακα στο νοσοκομείο για 3 ημέρες και στη συνέχεια από του στόματος αντιβιοτικά για 7 ημέρες στο σπίτι.

Ορισμένοι ασθενείς εγκατέλειψαν την έρευνα μέσα στα επόμενα χρόνια με αποτέλεσμα τελικά να μείνουν 272 ασθενείς από την ομάδα που είχε κάνει χειρουργείο και 256 ασθενείς από την ομάδα που έλαβε αντιβιοτικά.

Από την ομάδα που έλαβε αντιβιοτικά, 70 ασθενείς έκαναν τελικά χειρουργείο μέσα στον 1ο χρόνο μετά τη θεραπεία. Μέσα στα επόμενα 5 χρόνια, 30 ασθενείς ακόμα έκαναν σκωληκοειδεκτομή. Οι υπόλοιποι 156 ασθενείς που είχαν λάβει θεραπεία με αντιβιοτικά, δηλαδή το 61%, κατάφεραν να αποφύγουν το νυστέρι.

Οι συγγραφείς της μελέτης πιστεύουν ότι το ποσοστό αυτό μπορεί να είναι ακόμα μεγαλύτερο σε μελλοντικές έρευνες. Σημειώνουν ότι η απόφαση να γίνει χειρουργείο μετά τον αρχικό διαχωρισμό των ασθενών, ανήκε αποκλειστικά στους γιατρούς των ασθενών (οι περισσότεροι από τους οποίους δεν είχαν λάβει μέρος στην έρευνα και δεν πίστευαν ότι τα αντιβιοτικά επαρκούν για την αντιμετώπιση της οξείας σκωληκοειδίτιδας). Το γεγονός αυτό, σύμφωνα με τους ερευνητές, μπορεί να επηρέασε τον συνολικό αριθμό των ασθενών που έκαναν τελικά σκωληκοειδεκτομή. Σημειώνουν επίσης ότι 7 από τους 100 ασθενείς που έκαναν τελικά χειρουργείο δεν είχαν ενδείξεις σκωληκοειδίτιδας, σύμφωνα με το ιστορικό τους, τη στιγμή που έγινε το χειρουργείο.

Παρά τα παραπάνω, η αρχική θεραπεία με αντιβιοτικά οδηγούσε πάντοτε σε λιγότερες επιπλοκές και μικρότερο χρόνο ανάρρωσης. Η ομάδα που έλαβε αντιβιοτικά παρουσίασε επιπλοκές σε ποσοστό 6.5%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στην ομάδα που έκανε χειρουργείο ήταν σχεδόν 24%, κυρίως λόγω των λοιμώξεων. Οι 100 ασθενείς από την ομάδα των αντιβιοτικών που έκαναν αργότερα σκωληκοειδεκτομή παρουσίασαν τα ίδια ποσοστά επιπλοκών με αυτούς που έκαναν αμέσως χειρουργείο γεγονός που δείχνει ότι η καθυστέρηση του χειρουργείου δεν οδηγεί σε περισσότερα προβλήματα.

Με ή χωρίς επιπλοκές, η ομάδα των αντιβιοτικών χρειάστηκε κατά μέσο όρο 11 μέρες για την ανάρρωση, ενώ η ομάδα που έκανε χειρουργική επέμβαση χρειάστηκε κατά μέσο όρο 22 ημέρες.

Η έρευνα είχε πάντως ορισμένα σημεία που ίσως χρειάζονται περαιτέρω διερεύνηση. Για παράδειγμα, συνέκρινε την αντιβιοτική θεραπεία με το τυπικό, ανοιχτό χειρουργείο και όχι με την ελαφρώς επεμβατική λαπαροσκοπική επέμβαση που προτιμάται σήμερα. Αν είχε εξεταστεί η τελευταία, ίσως είχαν μειωθεί τα ποσοστά επιπλοκών και ο χρόνος ανάρρωσης στην ομάδα που έκανε χειρουργείο.

Οι ερευνητές σημειώνουν επίσης ότι η αντιβιοτική θεραπεία που χορηγήθηκε ήταν ίσως μεγαλύτερη απ’όσο χρειαζόταν. Η χορήγηση αντιβιοτικών για 3 ημέρες ενδοφλεβίως με επακόλουθη χορήγηση από του στόματος αντιβιοτικών, ίσως ήταν υπερβολική. Ο λόγος που οι ερευνητές επέλεξαν την παραπάνω προσέγγιση ήταν ότι «όταν σχεδιάστηκε η έρευνα, δεν υπήρχαν σαφείς οδηγίες σχετικά με τη χορήγηση αντιβιοτικών στην αντιμετώπιση της σκωληκοειδίτιδας», είπαν. Οι μελλοντικές έρευνες μπορεί να ανακαλύψουν μικρότερης διάρκειας αγωγές με αντιβιοτικά που θα είναι εξίσου αποτελεσματικές, γεγονός που θα μειώσει τα ποσοστά επιπλοκών και τη διάρκεια ανάρρωσης.

Βιβλιογραφία: ARS Technica