Η δύναμη του φαινομένου placebo είναι πιθανώς μεγαλύτερη απ’όσο πιστεύαμε μέχρι σήμερα. Τα placebo είχαν χρησιμοποιηθεί αρχικά για τον έλεγχο της αποτελεσματικότητας ενός φαρμάκου, ωστόσο αργότερα αποδείχθηκε ότι έχουν αξία ως θεραπεία σε αρκετές παθήσεις. Ο χρόνιος πόνος, η κατάθλιψη, το άγχος, το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, η νόσος του Parkinson και η επιληψία αποτελούν μερικά μόλις παραδείγματα παθήσεων στις οποίες τα placebo έχουν δείξει αποτελεσματικότητα.

Μία νέα έρευνα εξέτασε ένα άλλο χαρακτηριστικό του φαινομένου placebo και συγκεκριμένα αν οι επιδράσεις του μπορούν με μεταδοθούν από ένα άτομο σε ένα άλλο και, αν ναι, με ποιον τρόπο. Αυτό που ουσιαστικά εξετάστηκε από την έρευνα είναι αν η εμπιστοσύνη ενός γιατρού για την αποτελεσματικότητα ενός φαρμάκου μπορεί να επηρεάσει την ένταση του άλγους σε έναν ασθενή.

Ο Luke Chang, διευθυντής του Computational Social Affective Neuroscience Laboratory στο Ανόβερο, ήταν ο επικεφαλής της νέας αυτής έρευνας που δημοσιεύτηκε στο Nature Human Behaviour.

Εξετάζοντας την Ισχύ του Φαινομένου Placebo σε 3 Πειράματα

Θέλοντας να εξετάσουν αν το φαινόμενο placebo είναι κάτι που μπορεί να μεταδοθεί από ένα άτομο σε ένα άλλο, οι ερευνητές έκαναν 3 πειράματα. Τα πειράματα αυτά περιελάμβαναν δύο διαφορετικές κρέμες οι οποίες υποτίθεται ότι ανακούφιζαν από το θερμικό άλγος, στοχεύοντας τους αλγοϋποδοχείς του δέρματος.

Μία από τις κρέμες ήταν η thermedol, ενώ η άλλη ήταν η κρέμα placebo. Αν και είχαν διαφορετική συσκευασία, στην πραγματικότητα και οι δύο κρέμες ήταν placebo και συγκεκριμένα βαζελίνη η οποία δεν έχει καμία αναλγητική ιδιότητα.

Οι επιστήμονες ζήτησαν από φοιτητές ιατρικής να παίξουν το ρόλο του «γιατρού» και του «ασθενούς». Ενημέρωσαν τους «γιατρούς» για τα χαρακτηριστικά της κάθε κρέμας. Τους είπαν επίσης ότι η Thermedol ήταν πιο αποτελεσματική στην αντιμετώπιση του άλγους σε σχέση με την κρέμα placebo.

Στο πρώτο πείραμα οι φοιτητές χωρίστηκαν σε 24 ζευγάρια «γιατρού-ασθενούς». Σε κάθε ζευγάρι, ο «ασθενής» δεν γνώριζε ποια κρέμα είναι η Thermedol και ποια είναι η placebo. Μόνο ο «γιατρός» γνώριζε ποια είναι η «αποτελεσματική» κρέμα.

Στη συνέχεια, οι ερευνητές τοποθέτησαν την κρέμα στα χέρια των ασθενών και χορηγήθηκε σε αυτούς θερμότητα για να ελεγχθεί η αποτελεσματικότητα της κρέμας. Όλοι οι εθελοντές έλαβαν την ίδια θερμότητα.

Κατά τη διάρκεια της έρευνας, όλοι οι εθελοντές φορούσαν κάμερες που κατέγραφαν τις αντιδράσεις του προσώπου κατά την αλληλεπίδραση γιατρού-ασθενούς.

Χρησιμοποιώντας έναν αλγόριθμο που μπορεί να αναγνωρίσει τις αντιδράσεις του προσώπου που παραπέμπουν σε άλγος, οι ερευνητές κατάφεραν να εκτιμήσουν την αντίληψη των ασθενών αναφορικά με την αποτελεσματικότητα της κάθε κρέμας.

Στο πείραμα αυτό, οι εθελοντές ανέφεραν λιγότερο άλγος αν τους είχε χορηγηθεί η thermedol, ενώ οι εξετάσεις δερματικής αγωγιμότητας έδειξαν ότι οι πραγματικά ένιωθαν λιγότερο άλγος. Οι αντιδράσεις του προσώπου τους ήταν επίσης ηπιότερες αν είχαν λάβει την κρέμα thermedol.

Στα υπόλοιπα δύο πειράματα, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν τις κρέμες με διαφορετική σειρά. Είπαν επίσης στους γιατρούς ότι χρησιμοποιούσαν thermedol ενώ χρησιμοποιούσαν την κρέμα ελέγχου και το αντίστροφο.

Τα αποτελέσματα κι εδώ ήταν αντίστοιχα με αυτά του 1ου πειράματος.

Η Αντίληψη του Γιατρού Επηρεάζει την Αποτελεσματικότητα

Συνολικά και τα 3 πειράματα έδειξαν ότι όταν ο «γιατρός» πιστεύει ότι μία θεραπεία είναι αποτελεσματική, ο «ασθενής» αναφέρει λιγότερο άλγος. Οι εκφράσεις του προσώπου και οι εξετάσεις αγωγιμότητας στο δέρμα επίσης έδειξαν ότι οι ασθενείς ένιωθαν λιγότερο πόνο.

Τα αίτια του παραπάνω φαινομένου δεν είναι ακόμα σαφή, ωστόσο οι επιστήμονες πιστεύουν ότι η κοινωνική αλληλεπίδραση μέσω των εκφράσεων του προσώπου αποτελεί πιθανώς μία λογική εξήγηση.

«Αν ο γιατρός πιστεύει ότι η θεραπεία θα είναι αποτελεσματική, ο ασθενής μπορεί να αντιληφθεί την αντίληψη αυτή του γιατρού», είπε ο Chang.

«Ο γιατρός παρουσιάζει πιθανώς μεγαλύτερη ενσυναίσθηση για τον ασθενή. Ωστόσο, δεν γνωρίζουμε ακόμη ποιες είναι οι ενέργειες του γιατρού που κάνουν τον ασθενή να πιστεύει ότι η θεραπεία είναι αποτελεσματική. Αυτό είναι το επόμενο κομμάτι που θα εξετάσουμε», πρόσθεσε.

«Γνωρίζουμε ότι οι αντιλήψεις των γιατρών δεν μεταβιβάζονται στους ασθενείς με την ομιλία, αλλά με κινήσεις του σώματος ή εκφράσεις του προσώπου», εξήγησε ο Chang.

«Οι παρατηρήσεις μας δείχνουν ότι οι κοινωνικές αλληλεπιδράσεις μπορούν να επηρεάσουν σε μεγάλο βαθμό την πορεία ενός ασθενούς. Φανταστείτε ότι σε ένα πραγματικό κλινικό περιβάλλον, αν ο γιατρός έχει αυτοπεποίθηση, μεγαλύτερη ενσυναίθηση προς τους ασθενείς του και είναι σίγουρος ότι η θεραπεία θα είναι αποτελεσματική, τότε η πορεία των ασθενών θα είναι καλύτερη», κατέληξε ο Chang, τονίζοντας ωστόσο ότι σίγουρα πρέπει να γίνουν περισσότερες έρευνες για να επιβεβαιώσουν τις παρατηρήσεις της μελέτης του.