Τα τελευταία 40 χρόνια έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος στην πρόληψη και θεραπεία της στεφανιαίας νόσου, με αποτέλεσμα με μειωθεί κατακόρυφα η θνησιμότητα από τις καρδιαγγειακές παθήσεις. Ωστόσο, φαίνεται ότι οι νεαροί ενήλικες και ιδιαίτερα οι γυναίκες νεαρής ηλικίας έχουν ωφεληθεί λιγότερο από τις παραπάνω προόδους. Η θνησιμότητα από καρδιακά αίτια έχει μειωθεί λιγότερο στην ομάδα αυτή σε σχέση με τις υπόλοιπες. Έρευνες από τις ΗΠΑ έδειξαν μάλιστα ότι τα ποσοστά νοσηλειών για έμφραγμα του μυοκαρδίου έχουν αυξηθεί στις νεαρές γυναίκες. Η θνησιμότητα από έμφραγμα του μυοκαρδίου πριν την εισαγωγή στο νοσοκομείο έχει παρουσιάσει επίσης μικρότερη μείωση στην ομάδα αυτή σε σχέση με τους άνδρες ίδιας ηλικίας. Τα πρόσφατα αυτά στατιστικά έχουν προκαλέσει ανησυχία και είναι απαραίτητο να διερευνηθούν τα αίτιά τους. Ωστόσο, αρκετά από τα διαθέσιμα δεδομένα αναφορικά με τη στεφανιαία νόσος προέρχονται από στατιστικά στοιχεία για τη θνησιμότητα καθώς και βάσεις δεδομένων, πηγές οι οποίες μπορεί να είναι ατελείς και ανακριβείς.

Στο τελευταίο τεύχος του επιστημονικού περιοδικού Circulation, ο Αρόρα και οι συνεργάτες του χρησιμοποίησαν δεδομένα από τη μελέτη παρακολούθησης ARIC (Atherosclerosis Risk in Communities) για να εξετάσουν την επιδημιολογία και τη διαχείριση του εμφράγματος του μυοκαρδίου κατά την περίοδο 1995-2014, εστιάζοντας περισσότερο στους νεαρούς ενήλικες. Η μελέτη ARIC εξέτασε περισσότερα από 15.000 ιατρικά αρχεία για να συλλέξει τα δεδομένα της. Όπως δήλωσαν οι ερευνητές, τα ποσοστά νοσηλείας από έμφραγμα του μυοκαρδίου στις γυναίκες νεαρής ηλικίας (35-54 ετών) παρουσίασαν σημαντική αύξηση ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά στους άνδρες ίδιας ηλικίας παρουσίασαν μείωση. Κατά τη διάρκεια της μελέτης το ποσοστό ανδρών και γυναικών ηλικίας 35-54 ετών παρουσίασε μείωση σε σχέση με το γενικό πληθυσμό. Παρά τον αυξημένο αριθμό των ηλικιωμένων εθελοντών στον πληθυσμό της μελέτης, το ποσοστό των νοσηλειών για έμφραγμα του μυοκαρδίου στις νεαρές γυναίκες (35-54 ετών) αυξήθηκε, από 21% το 1995-1999 σε 31% το 2010-2014, ενώ παρέμεινε σταθερό για τους άνδρες ίδιας ηλικίας (30% σε 33%). Αν και η έρευνα δεν είχε δεδομένα για τις ηλικίες άνω των 54 ετών, το αυξημένο ποσοστό εμφραγμάτων του μυοκαρδίου στους νεαρούς ενήλικες ουσιαστικά επιβεβαιώνει τη μείωση των αντιστοίχων ποσοστών στις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες, κάτι που έχει παρατηρηθεί σε αρκετές έρευνες.

Πώς εξηγούνται όμως αυτά τα ανησυχητικά ποσοστά για τις γυναίκες; Οι νεαρές γυναίκες με έμφραγμα του μυοκαρδίου έχουν αυξημένη πιθανότητα σε σχέση με τους άνδρες ίδιας ηλικίας να παρουσιάζουν συνοσηρότητες, όπως υπέρταση, σακχαρώδη διαβήτη, χρόνια νεφρική νόσο και ιστορικό εγκεφαλικού επεισοδίου, ωστόσο έχουν μειωμένη πιθανότητα να είναι καπνιστές. Παρουσιάζουν επίσης συχνότερα καρδιακή ανεπάρκεια και πνευμονικό οίδημα κατά τη νοσηλεία τους σε σχέση με τους άνδρες ίδιας ηλικίας. Τα δεδομένα αυτά συμφωνούν με τις παρατηρήσεις προηγουμένων ερευνών σε νεαρούς ασθενείς με έμφραγμα του μυοκαρδίου αναφορικά με τα ποσοστά συνοσηροτήτων στις γυναίκες. Ωστόσο, υπάρχει μικρή πιθανότητα ότι η αύξηση στους παράγοντες κινδύνου και τις συνοσηρότητες κατά τη διάρκεια της έρευνας αρκεί για να εξηγήσει την αυξημένη συχνότητα εμφράγματος του μυοκαρδίου στις γυναίκες, ιδιαίτερα διότι τόσο οι γυναίκες όσο και οι άνδρες νεαρής ηλικίας παρουσίασαν παρόμοιες αλλαγές στους παράγοντες κινδύνου, με αντίστοιχη αύξηση στα ποσοστά σακχαρώδη διαβήτη και υπέρτασης και μείωση στα ποσοστά καπνίσματος. Ωστόσο, υπήρχαν δεδομένα μόνο για την ομάδα των ασθενών που είχαν νοσηλευτεί για έμφραγμα του μυοκαρδίου, γεγονός που μπορεί να μην ανταποκρίνεται στα ίδια ποσοστά στο γενικό πληθυσμό. Άλλες έρευνες έδειξαν ότι οι νεαρές γυναίκες και άνδρες παρουσίασαν τη μεγαλύτερη αύξηση στα ποσοστά σακχαρώδη διαβήτη από το 1980 και οι γυναίκες παρουσίασαν τη μεγαλύτερη αύξηση στα ποσοστά παχυσαρκίας. Μην έχοντας δεδομένα για τους παράγοντες κινδύνου ολόκληρου του πληθυσμού δεν είναι δυνατό να καταλήξουμε σε συμπεράσματα σχετικά με την αύξηση των καδιαγγειακών παραγόντων κινδύνου στις γυναίκες και αν σχετίζεται με τον αυξημένο κίνδυνο εμφράγματος μυοκαρδίου.

Στην έρευνα του Αρόρα και των συνεργατών του, οι νεαρές γυναίκες είχαν χαμηλότερη πιθανότητα να λάβουν θεραπεία για το έμφραγμα του μυκαρδίου σε σχέση με τους άνδρες, όπως φάρμακα για τη μείωση των λιπιδίων, αντιαιμοπεταλιακούς παράγοντες και στεφανιαία αγγειογραφία. Οι διαφορές αυτές ήταν σημαντικές (στις περισσότερες περιπτώσεις >10%) και διατηρήθηκαν όταν αναλύθηκαν σε υποομάδες τύπων εμφράγματος του μυοκαρδίου και φυλής, όταν η ανάλυση περιορίστηκε σε ασθενείς με πρώτο έμφραγμα του μυοκαρδίου και όταν έγινε προσαρμογή για κλινικές επιπλοκές και συνοσηρότητες. Δεν υπήρχαν επίσης ενδείξεις ότι η διαφορές στη θεραπεία βελτιώθηκαν ανάμεσα στο 1995 και το 2014. Αντιθέτως, οι διαφορές φάνηκε να αυξήθηκαν ακόμα περισσότερο, ιδιαίτερα στα φάρμακα για τη μείωση των λιπιδίων. Παρά τις διαφορές στη θεραπεία και την αυξημένη συχνότητα συνοσηροτήτων και παραγόντων κινδύνου στις νεαρές γυναίκες με έμφραγμα του μυοκαρδίου σε σχέση με τους άνδρες ίδιας ηλικίας, τα ποσοστά θνησιμότητας ήταν παρόμοια. Το εύρημα αυτό δεν προκάλεσε έκπληξη, καθώς τα ποσοστά θνησιμότητας από έμφραγμα του μυοκαρδίου μειώνονται εδώ και δεκαετίες τόσο τους άνδρες όσο και στις γυναίκες όλων των ηλικιών και ήταν ιδιαίτερα χαμηλά στο συγκεκριμένο δείγμα.

Η αυξημένη συχνότητα νοσηλειών από έμφραγμα του μυοκαρδίου στις νεαρές γυναίκες, σε συνδυασμό με τη θνησιμότητα τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες, δείχνει ότι η πρωτογενής πρόληψη έχει σημαντικό ρόλο στη βελτίωση της καρδιαγγειακής υγείας στις γυναίκες και τη μείωση των παραπάνω ποσοστών. Αν και δεν γνωρίζουμε αν υπήρχαν διαφορές στους παράγοντες κινδύνου και τη ρύθμισή τους ανάμεσα στα δύο φύλα πριν το έμφραγμα του μυοκαρδίου, οι διαφορές στη θεραπεία που παρατηρήθηκαν κατά τη νοσηλεία από έμφραγμα του μυοκαρδίου δείχνουν ότι πιθανώς γίνεται μειωμένη εφαρμογή των στρατηγικών πρόληψης στις γυναίκες, γεγονός που μπορεί να συμβάλλει στον αυξημένο κίνδυνο. Ένα άλλο πρόβλημα είναι ότι οι οδηγίες πρόληψης μπορεί να υποτιμούν τον κίνδυνο στους πληθυσμούς νεότερης ηλικίας, ιδιαίτερα στις γυναίκες, λόγω των χαμηλοτέρων παραδοσιακών παραγόντων κινδύνου. Επιπλέον, εκτός από τους παραδοσιακούς παράγοντες κινδύνου, μπορεί να υπάρχουν και άλλοι παράγοντες σε αυτό τον πληθυσμό που δεν υπολογίστηκαν σε αυτή την ανάλυση. Για παράδειγμα, κοινωνικοί παράγοντες που επηρεάζουν την υγεία και δεν αντιμετωπίζονται μπορεί να επηρεάζουν τον κίνδυνο. Οι γυναίκες νεαρής ηλικίας γενικότερα, και ιδιαίτερα αυτές με ιστορικό εμφράγματος, έχουν χειρότερο κοινωνικοδημογραφικό και ψυχοκοινωνικό προφίλ σε σχέση με τους άνδρες ίδιας ηλικίας, όπως μειωμένο εισόδημα και εκπαίδευση, υψηλότερα ποσοστά κατάθλιψης, διαταραχής μετατραυματικού στρες και άγχους. Οι παραπάνω παράγοντες κινδύνου έχουν σχετιστεί με αυξημένη συχνότητα εμφράγματος του μυοκαρδίου και θνησιμότητα από αυτό, γεγονός που πιθανώς μπορεί να εξηγήσει τα αυξημένα ποσοστά στις γυναίκες νεαρής ηλικίας. Οι γυναίκες νεαρής ηλικίας έχουν επίσης αυξημένη πιθανότητα να παρουσιάσουν μυοκαρδιακή ισχαιμία από το ψυχικό στρες σε σχέση με τους άνδρες ίδιας ηλικίας, γεγονός που υπογραμμίζει περισσότερο την εκτίμηση της ψυχικής υγείας στις γυναίκες αυτής της ηλικιακής ομάδας. Οι παράγοντες κινδύνου ειδικοί για τις γυναίκες, όπως το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, η πρόωρη εμμηνόπαυση και το ιστορικό προεκλαμψίας συχνά δεν εξετάζονται κατά την εκτίμηση του κινδύνου στις γυναίκες.

Η μελέτη AIRC είναι η πρώτη που ανέφερε διαφορές στη συχνότητα του εμφράγματος σε ένα τόσο μεγάλο δείγμα του πληθυσμού νεαρής ηλικίας. Ωστόσο, δυστυχώς, εκτιμήθηκαν μόνο τα ποσοστά των νοσηλειών από έμφραγμα του μυοκαρδίου. Ένα μεγάλο ποσοστό εμφραγμάτων του μυοκαρδίου, όπως ο αιφνίδιος καρδιακός θάνατος, συμβαίνουν εκτός νοσοκομείου και αυτό δεν αποτυπώνεται στη μελέτη. Υπάρχουν δεδομένα που δείχνουν επίσης ότι οι γυναίκες παρουσίασαν μικρότερη βελτίωση στα ποσοστά θνησιμότητας από έμφραγμα του μυοκαρδίου εκτός νοσοκομείου σε σχέση με τους άνδρες, επομένως χρειάζονται περισσότερα δεδομένα για να έχουμε την πλήρη εικόνα. Οι νεαροί ενήλικες, ιδιαίτερα οι γυναίκες, δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς στις έρευνες για το καρδιαγγειακό. Πρέπει πλέον να εξεταστεί και αυτή η ομάδα ασθενών και να βελτιστοποιηθούν οι στρατηγικές πρόληψης με σκοπό να βελτιωθεί η καρδιαγγειακή υγεία στις γυναίκες. Οι προσπάθειες πρόληψης πρέπει να ξεκινούν από τη νεαρή ηλικία και να λαμβάνουν υπόψη όλους τους παράγοντες κινδύνου, ιδιαίτερα στις γυναίκες.

Βιβλιογραφία: Medscape