Η μετφορμίνη αποτελεί το φάρμακο πρώτης γραμμής για τον περιορισμό των επιπέδων της γλυκόζης αίματος στους ασθενείς με διαβήτη τύπου 2. Ωστόσο, το 1/3 των ασθενών δεν ανταποκρίνεται στη μετφορμίνη, ενώ το 5% παρουσιάζει σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες με αποτέλεσμα να σταματά τη λήψη του φαρμάκου. Μία ομάδα επιστημόνων από το Lund University της Σουηδίας κατάφερε να ανακαλύψει βιοδείκτες οι οποίοι μπορούν να δείξουν εκ των προτέρων αν ο ασθενής θα ανταποκριθεί στη θεραπεία με μετφορμίνη.

«Η έρευνά μας βοηθά σημαντικά στη χορήγηση της εξατομικευμένης θεραπείας των διαβητικών ασθενών, καθώς διασφαλίζει ότι ο ασθενής θα λάβει την ιδανική θεραπεία άμεσα μετά τη διάγνωση του διαβήτη», είπε η Charlotte Ling, επικεφαλής της έρευνας και καθηγήτρια επιγενετικής στο Lund University.

Σύμφωνα με τις διεθνείς οδηγίες, όταν η διατροφή και η άσκηση δεν επαρκούν για τη ρύθμιση των επιπέδων της γλυκόζης στο αίμα στους ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, το πρώτο φάρμακο που χορηγείται είναι η μετφορμίνη. Αν το φάρμακο αυτό δεν καταφέρει να περιορίσει τα επίπεδα της γλυκόζης ή αν ο ασθενής παρουσιάσει σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, τότε δοκιμάζονται άλλα φάρμακα.

«Αν ο ασθενής καθυστερήσει να λάβει την κατάλληλη θεραπεία, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος επιπλοκών από τα υψηλά επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα. Σχεδόν το 30% των διαβητικών δεν ανταποκρίνονται στη θεραπεία με μετφορμίνη και θα πρέπει να λάβουν άλλα φάρμακα. Για το λόγο αυτό, είναι σημαντικό να ταυτοποιήσουμε τους ασθενείς αυτούς εγκαίρως», είπε η Ling.

Το 1/3 περίπου των ασθενών παρουσιάζει ανεπιθύμητες ενέργειες από το γαστρεντερικό σύστημα, όπως ναυτία, κοιλιακό άλγος και διάρροια. Το 5% των ασθενών σταματά τη λήψη του φαρμάκου εξ’ αιτίας της σοβαρότητας των ανεπιθυμήτων ενεργειών.

Η παρούσα έρευνα είναι η πρώτη φαρμακοεπιγενετική μελέτη για το διαβήτη η οποία εξέτασε διάφορους επιγενετικούς παράγοντες (όπως η μεθυλίωση του DNA) ως βιοδείκτες για την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας ενός φαρμάκου.

«Η φαρμακοεπιγενετική έχει χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν σε άλλα πεδία, όπως για παράδειγμα στην εκτίμηση της αποτελεσματικότητας για τη θεραπεία του καρκίνου, ωστόσο μέχρι σήμερα δεν είχε δοκιμαστεί στο διαβήτη», εξήγησε η Ling.

Οι επιστήμονες της έρευνας εξέτασαν την παρουσία επιγενετικών τροποποιήσεων (μεθυλιώσεις του DNA) στο αίμα των ασθενών που διαγνώστηκαν με διαβήτη, πριν ξεκινήσουν τη θεραπεία με μετφορμίνη. 1 χρόνο αργότερα, διαπίστωσαν ότι ήταν δυνατό να προβλεφθεί ποιοι ασθενείς θα ανταποκριθούν στη θεραπεία με μετφορμίνη και ποιοι θα παρουσιάσουν ανεπιθύμητες ενέργειες.

«Αναλύοντας τις αποκρίσεις των παραπάνω ασθενών, κατέστη δυνατό να προσδιορίσουμε τη στιγμή της διάγνωσης ποιοι ασθενείς θα ανταποκριθούν στη μετφορμίνη. Το γεγονός αυτό θα διευκολύνει την επιλογή της κατάλληλης θεραπείας για τους ασθενείς με διαβήτη τύπου 2», υποστήριξε η Sonia García-Calzón, μία από τους επιστήμονες που έλαβαν μέρος στην έρευνα.

Η έρευνα εξέτασε συνολικά 363 εθελοντές από 3 διαφορετικούς πληθυσμούς (All New Diabetics in Skåne, All New Diabetics in Uppsala και Optimed from Latvia). Οι ερευνητές σχεδιάζουν ήδη μία μεγάλη κλινική δοκιμή στην οποία σκοπεύουν να επιβεβαιώσουν τις παρατηρήσεις τους σε 1000 εθελοντές από όλο τον κόσμο.