Νέα δεδομένα δείχνουν ότι η χρήση στατινών αυξάνει τον κίνδυνο διαβήτη τύπου 2, με τον κίνδυνο να είναι υψηλότερος σε υπέρβαρους, παχύσαρκους ή ασθενείς με προδιαβήτη. Αρκετές προηγούμενες έρευνες παρατήρησης είχαν διαπιστώσει αυξημένο κίνδυνο διαβήτη τύπου 2 σε ασθενείς που λάμβαναν στατίνες, ωστόσο οι περισσότερες από αυτές δεν είχαν λεπτομέρειες για τα γλυκαιμικά χαρακτηριστικά.

Η έρευνα, επικεφαλής της οποίας ήταν ο Φαρίμπα Αμαντιζάρ από το τμήμα επιδημιολογίας του Πανεπιστημίου Εράσμους στην Ολλανδία, δημοσιεύτηκε στο British Journal of Clinical Pharmacology.

Η συχνότητα που καταγράφεται σε έρευνες παρατήρησης όπως αυτή είναι γενικά σημαντικά υψηλότερη σε σχέση με τις τυχαιοποιημένες μελέτες (44% έναντι 9-13%), είπε ο Αμαντιζάρ.

Στην έρευνά τους, η οποία περιελάμβανε 9535 ενήλικες ηλικίας άνω των 45 ετών χωρίς διαβήτη στην αρχή της έρευνας, όσοι χρησιμοποιούσαν στατίνες είχαν υψηλότερες συγκεντρώσεις  ινσουλίνης νηστείας στον ορό, υψηλότερα ποσοστά αντίστασης στην ινσουλίνη και είχαν 38% αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν διαβήτη τύπου 2. Ο κίνδυνος ήταν ακόμα υψηλότερος σε αυτούς που ήταν υπέρβαροι ή παχύσαρκοι.

«Από την έρευνά μας φαίνεται ότι είναι απαραίτητο να λάβουμε υπόψη μας τις δράσεις των στατινών στο διαβήτη στην κλινική πράξη. Ίσως πρέπει να εφαρμόζουμε στρατηγικές πρόληψης όπως ρύθμιση της γλυκόζης και μείωση του σωματικού βάρους μαζί με την εκκίνηση τηε θεραπείας στατινών. Το γεγονός αυτό θα ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη», είπαν οι συγγραφείς.

Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της έρευνας, ο Ρόμπερτ Έκελ, καθηγητής ιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Κολοράντο τόνισε ότι «είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι ακόμα και αν οι ασθενείς που λαμβάνουν στατίνες έχουν αυξημένο κίνδυνο για διαβήτη τύπου 2, υπάρχουν σημαντικά οφέλη για το καρδιαγγειακό».

Ο Έκελ συμπλήρωσε ότι οι γιατροί πρέπει να συνεχίσουν να ακολουθούν τις οδηγίες του 2018 για τη ρύθμιση της χοληστερόλης.

Τόνισε ωστόσο ότι καθώς ο κίνδυνος που παρατηρήθηκε στην παρούσα έρευνα ήταν σημαντικά αυξημένος σε σχέση με αυτόν που είχαν παρατηρήσει προηγούμενες έρευνες, «είναι ίσως σωστό η HbA­1c μέσα στο εύρος 6.2-6.4% να παρακολουθείται πιο προσκεκτικά σε ασθενείς που λαμβάνουν στατίνες».

Η Χρήση Στατινών Συνδέεται με Υψηλότερη Γλυκαιμία

Στην μελέτη αυτή, που εξέτασε 9535 άτομα χωρίς διαβήτη, οι ερευνητές παρακολούθησαν τους ασθενείς για 4 χρόνια. Οι εθελοντές είχαν μέσο όρο ηλικίας 64 έτη, το 58% ήταν γυναίκες και το 64.5% ήταν υπέρβαροι ή παχύσαρκοι.

Συνολικά 968 (10%) ασθενείς λάμβαναν στατίνες, μεταξύ των οποίων η σιμβαστατίνη (57%), η ατορβαστατίνη (25.5%) και η πραβαστατίνη (10.3%). Κατά τη διάρκεια της έρευνας, το 7.5% των εθελοντών παρουσίασε διαβήτη τύπου 2.

Στην αρχική ανάλυση που έγινε μετά από προσαρμογή για την ηλικία, το φύλο, το κάπνισμα, την κατανάλωση αλκοόλ, τη φυσική άσκηση, την εκπαίδευση, το δείκτη μάζας σώματος και την υπέρταση, η χρήση στατινών στην αρχή της έρευνας σχετίστηκε με αυξημένη συγκέντρωση ινσουλίνης νηστείας στον ορό και HOMA-IR.

Ωστόσο, τα επίπεδα γλυκόζης νηστείας στο ορό δεν θεωρήθηκαν κλινικώς σημαντικά μετά από προσαρμογή για το ΔΜΣ και την υπέρταση.

Λόγω του παραπάνω γεγονότος, ο Αμαντιζάρ και οι συνεργάτες του δήλωσαν ότι «τα ευρήματά μας δείχνουν ότι η σύνδεση μεταξύ των στατινών και του διαβήτη βασίζεται στην έκκριση και την αντίσταση στην ινσουλίνη».

Δεν υπήρχε διαφοροποίηση ανάλογα με το είδος ή τη δόση των στατινών. Σε μία επακόλουθη ανάλυση, το ιστορικό χρήσης στατινών σχετίστηκε με 64% αυξημένο κίνδυνο διαβήτη τύπου 2 πριν και 38% αυξημένο κίνδυνο μετά την προσαρμογή, ποσοστά που θεωρήθηκαν και τα δύο στατιστικώς σημαντικά.

Ο κίνδυνος για αυτούς που έκαναν παρούσα χρήση στατινών ήταν 52% αυξημένος, ενώ για αυτούς που είχαν λάβει στατίνες στο παρελθόν ο κίνδυνος ήταν 18%.

Και πάλι δεν παρατηρήθηκε σύνδεση με το είδος ή τη δόση των στατινών για τον κίνδυνο διαβήτη τύπου 2, αν και η μακρά διάρκεια χρήσης συνδέθηκε με μεγαλύτερο κίνδυνο.

Η σύνδεση μεταξύ στατινών και διαβήτη ήταν σημαντική μόνο στους άνδρες και σε ασθενείς με υψηλό ΔΜΣ

Σε περαιτέρω αναλύσεις που θέλησαν να εξετάσουν ειδικά το ΔΜΣ στην αρχή της έρευνας, η σύνδεση μεταξύ στατινών και διαβήτη τύπου 2 ήταν σημαντική μόνο σε αυτούς που ήταν υπέρβαροι ή παχύσαρκοι αλλά όχι σε εθελοντές με φυσιολογικό ΔΜΣ (42% έναντι 18% αυξημένος κίνδυνος).

Στην ανάλυση αναφορικά με το φύλο, ο κίνδυνος ήταν σημαντικός μόνο τους άνδρες και όχι στις γυναίκες (52% έναντι 28% αυξημένος κίνδυνος).

Ο Έκελ δήλωσε ότι θα έπρεπε ίσως να έχουν δεδομένα σχετικά με την HbA1c, ωστόσο γενικά οι εθελοντές με τις υψηλότερες τιμές είναι αυτοί που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο. Τόνισε επίσης ότι δεν είχαν πληροφορίες για το οικογενειακό ιστορικό διαβήτη τύπου 2 κάτι που επίσης μπορεί να επηρέασε το δεδομένα.

Βιβλιογραφία: Medscape

Φωτογραφία: Jamie