Το μικροβίωμα βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο του επιστημονικού ενδιαφέροντος. Οι μικροοργανισμοί αυτοί μπορεί να επηρεάσουν σημαντικά την υγεία μας και αυτός είναι ο λόγος που έχουν απασχολήσει τόσο τους επιστήμονες όσο και το κοινό.

Μία νέα θεωρία που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Science, ωστόσο, θέλει να κάνει το επόμενο βήμα στις συζητήσεις σχετικά με το μικροβίωμα. Οι συγγραφείς του άρθρου αναρωτήθηκαν αν παθήσεις όπως η καρδιαγγειακή νόσος, ο καρκίνος και οι χρόνιες παθήσεις του αναπνευστικού, είναι δυνατό να «μεταδοθούν» από ένα ασθενή σε έναν άλλο μέσω των βακτηρίων, των μυκήτων και των ιών που φιλοξενούμε στον οργανισμό μας.

Το άρθρο έχει τίτλο “Are noncommunicable diseases communicable?” που σημαίνει «Είναι μεταδοτικές οι μη μεταδοτικές ασθένειες;» και αναμένεται ότι θα εκκινήσει ένα νέο πεδίο έρευνας. Καθώς γνωρίζουμε πλέον ότι το μικροβίωμα παίζει ρόλο σε μία σειρά παθήσεις, οι επιστήμονες αναρωτήθηκαν αν μπορεί να συμβάλλει στη μετάδοση παθήσεων από τον ένα άνθρωπο στον άλλο.

Μεταδίδοντας τις Παθήσεις που Δεν Μεταδίδονται

Η καρδιαγγειακή νόσος, ο καρκίνος και οι πνευμονικές παθήσεις αποτελούν στο σύνολό τους ασθένειες που δεν μεταδίδονται (noncommunicable diseases ή NCDs) καθώς αποδίδονται σε γενετικούς, περιβαλλοντικούς και παράγοντες από τον τρόπο ζωής, επομένως δεν είναι δυνατό να μεταδοθούν από τον ένα άνθρωπο σε έναν άλλο.

Τα τελευταία 100 χρόνια, τα ποσοστά θνησιμότητας από τις παθήσεις που μπορούν να μεταδοθούν και προκαλούνται συνήθως από λοιμώδη μικρόβια, έχουν μειωθεί σημαντικά. Ταυτόχρονα, τα ποσοστά θνησιμότητας από τις NCDs έχουν αυξηθεί κατακόρυφα και οι παθήσεις αυτές ενοχοποιούνται πλέον για το 71% των θανάτων παγκοσμίως.

Διάφορες έρευνες έχουν διαπιστώσει ότι οι αλλαγές του μικροβιώματος αποτελούν χαρακτηριστικό αρκετών παθήσεων, όπως ο διαβήτης, η νόσος του Parkinson, η καρδιαγγειακή νόσος και ο καρκίνος.

Οι επιστήμονες έχουν παρατηρήσει επίσης ότι η σύνθεση του μικροβιώματός μας ομοιάζει αυτή των ατόμων με τα οποία ζούμε.

Για παράδειγμα, οι επιστήμονες εξήγησαν στο άρθρο τους ότι δύο άτομα που ζουν στο ίδιο σπίτι αλλά δεν είναι συγγενείς, έχουν μεγαλύτερες ομοιότητες στη σύνθεση του μικροβιώματός τους σε σχέση με στενούς συγγενείς που όμως ζουν σε διαφορετικές περιοχές. Οι ομοιότητες στο μικροβίωμα, σύμφωνα με τους επιστήμονες, αποδίδονται στην κοινή διατροφή και το περιβάλλον. Η συζήτηση όμως δεν τελειώνει εδώ.

Όπως υποστήριξαν οι επιστήμονες, «αρκετές ασθένειες που δεν μεταδίδονται έχουν πιθανώς μία μικροβιακή συνιστώσα και επομένως είναι πιθανό να μπορούν να μεταδοθούν μέσω του μικροβιώματος».

Περιορισμένα Δεδομένα

Προς το παρόν, τα δεδομένα που υποστηρίζουν την παραπάνω θεωρία είναι περιορισμένα, ωστόσο σίγουρα χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης.

Οι επιστήμονες αναφέρθηκαν συγκεκριμένα σε μία έρευνα με 12.067 εθελοντές που εξέτασε δεδομένα 32 ετών και ανέφερε ότι «τα άτομα που έχουν ένα παχύσαρκο φίλο έχουν 57% αυξημένο κίνδυνο να είναι επίσης παχύσαρκα, ενώ ο ίδιος κίνδυνος για όσους έχουν παχύσαρκα αδέρφια είναι 40%».

Η σύνδεση αυτή μπορεί πιθανώς να αποδοθεί σε παράγοντες της διατροφής, του περιβάλλοντος ή την κληρονομικότητα, καθώς οι φίλοι και τα αδέρφια ζουν συνήθως στο ίδιο περιβάλλον και καταναλώνουν παρόμοια τρόφιμα. Ωστόσο, οι επιστήμονες της παρούσας μελέτης αναρωτήθηκαν αν, εκτός από τους παραπάνω παράγοντες, είναι δυνατό να μεταδοθούν συγκεκριμένα μικρόβια ανάμεσα στα άτομα αυτά, με αποτέλεσμα να αυξάνεται έτσι ο κίνδυνος εμφάνισης παχυσαρκίας.

Η παχυσαρκία αποτελεί παράγοντα κινδύνου για το διαβήτη τύπου 2 και, αν θεωρήσουμε ότι η παχυσαρκία μπορεί να μεταδοθεί μέσω του μικροβιώματος από έναν άνθρωπο σε έναν άλλο, αυτό θα σημαίνει ότι ο διαβήτης μπορεί επίσης να μεταδοθεί.

Φυσικά, προς το παρόν τα δεδομένα που υποστηρίζουν την παραπάνω θεωρία είναι πολύ περιορισμένα. Για παράδειγμα, οι επιστήμονες δήλωσαν ότι «μέσα σε ένα χρόνο από τη διάγνωση του διαβήτη τύπου 2 σε έναν ασθενή, ο/η σύζυγός του έχει αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσει διαβήτη τύπου 2 και η σύνδεση αυτή διατηρείται για τα επόμενα 3 χρόνια».

Η σύνδεση αυτή μπορεί πιθανώς και πάλι να αποδοθεί στο κοινό περιβάλλον και την παρόμοια διατροφή των δύο αυτών ατόμων.

Μία Ενδιαφέρουσα Θεωρία

Οι επιστήμονες αναφέρθηκαν επίσης σε αρκετές έρευνες που έχουν διαπιστώσει ότι η μεταφορά εντερικού μικροβιώματος από ένα ποντίκι που πάσχει από ένα συγκεκριμένο νόσημα σε ένα άλλο, μπορεί να προκαλέσει την ίδια νόσο στο άλλο. Όπως τόνισαν:

«Η μεταμόσχευση μικροβιώματος από ποντίκια με NCDs σε υγιή ποντίκια προκαλεί εμφάνιση των παθήσεων αυτών στα υγιή. Αυτό έχει εξεταστεί για διάφορες παθήσεις όπως η καρδιαγγειακή νόσος, το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, ο διαβήτης και πολλές άλλες».

Συνοπτικά, οι επιστήμονες εξήγησαν ότι οι διαταραχές του μικροβιώματος μπορεί να οδηγήσουν σε εμφάνιση παθήσεων και η μεταμόσχευση των παθολογικών αυτών μικροβιακών κοινοτήτων σε υγιή ζώα μπορεί να προκαλέσει νόσηση.

«Οι παραπάνω παρατηρήσεις δείχνουν ότι το μικροβίωμα μπορεί να αποτελεί αιτιολογικό παράγοντα ο οποίος μπορεί να μεταδοθεί σε παθήσεις που σήμερα θεωρούμε NCDs», πρόσθεσαν.

Η θεωρία αυτή, εφόσον επιβεβαιωθεί, μπορεί να έχει μία σειρά εφαρμογές. Όπως υποστήριξαν οι επιστήμονες «η μεταμόσχευση μικροβιώματος, ιδιαίτερα στις μικρότερες ηλικίες, μπορεί να έχει προστατευτική δράση για τα NCDs».

Σήμερα, το κομμάτι του μικροβιώματος που έχει εξεταστεί περισσότερο είναι τα βακτήρια, ωστόσο οι ιοί (ο αριθμός των οποίων στον οργανισμό είναι πολύ μεγαλύτερος από αυτόν των βακτηρίων) μπορεί επίσης να παίζουν ρόλο στη μετάδοση των NCDs.

Όπως τόνισαν οι επιστήμονες, θα πρέπει σίγουρα να γίνουν περισσότερες έρευνες για να εξετάσουμε αν οι παθήσεις όπως ο καρκίνος, η καρδιαγγειακή νόσος και ο διαβήτης μπορούν πράγματι να μεταδοθούν. Ο διαχωρισμός των αιτιολογικών παραγόντων, δηλαδή του περιβάλλοντος και του μικροβιώματος, θα είναι μία μεγάλη πρόκληση για τους επιστήμονες.

Με το άρθρο τους, πάντως, οι επιστήμονες δήλωσαν ότι δεν έχουν σκοπό να μας πείσουν ότι τα βακτήρια του εντέρου μπορούν να μεταφέρουν τα NCDs από τον ένα ασθενή στον άλλο, αλλά να ωθήσουν την επιστημονική κοινότητα να εξετάσει αυτό το ενδεχόμενο.