Η χρήση της μετφορμίνης σχετίζεται με μειωμένο κίνδυνο καρκίνου του στομάχου μετά την εκρίζωση του H. Pylori, σύμφωνα με τα αποτελέσματα μίας νέας έρευνας από το Χονγκ Κονγκ.

«Αν και αρκετές προηγούμενες έρευνες είχαν παρατηρήσει ότι η μετφορμίνη έχει πιθανώς προστατευτική δράση στην πρόληψη του καρκίνου του στομάχου στους διαβητικούς ασθενείς, οι έρευνες αυτές δεν είχαν ξεχωρίσει τους ασθενείς ανάλογα με τα στάδια της λοίμωξης από H. Pylori, κάτι που αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου για τον καρκίνο του στομάχου», είπε ο Δρ Γάι Λενγκ από το Νοσοκομείο Queen Mary στο Χονγκ Κονγκ.

«Αυτή είναι η πρώτη έρευνα που αναδεικνύει τις γαστρικές χημειοπροστατευτικές επιδράσεις της μετφορμίνης στους διαβητικούς ασθενείς που έχουν λάβει θεραπεία εκρίζωσης του H, pylori», συμπλήρωσε ο ίδιος.

Η μετφορμίνη μειώνει την υπερινσουλιναιμία και την παραγωγή του IGF, παράγοντες οι οποίοι ενισχύουν το πολλαπλασιασμό των καρκινικών κυττάρων που εκφράζουν υποδοχείς της IGF. Ο χημειοπροστατευτικόες της ρόλος στον καρκίνο του στομάχου παραμένει ωστόσο αμφιλεγόμενος.

Η ομάδα του Δρ Λενγκ εξερεύνησε την προστατευτική δράση της μετφορμίνης για τον καρκίνο του στομάχου σε περισσότερους από 7000 διαβητικούς ασθενείς που έλαβαν θεραπεία εκρίζωσης του H. Pylori, μεταξύ των οποίων 5368 ασθενείς που λάμβαναν μετφορμίνη.

Σε ένα διάστημα 7.1 ετών, 37 ασθενείς (0.51%) διαγνώστηκαν με καρκίνο του στομάχου, με συνολική συχνότητα 7.1 ανά 10.000 χρόνια ασθενών, όπως ανέφεραν οι επιστήμονες στην έρευνά τους που δημοσιεύτηκε στις 16 Οκτωβρίου στο Journal of the National Cancer Institute.

Ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου του στομάχου ήταν 51% μειωμένος σε αυτούς που έκαναν χρήση μετφορμίνης, μία σημαντική μείωση που μεταφράστηκε σε 7.60 λιγότερα περιστατικά καρκίνου ανά 10.000 χρόνια ασθενών σε σύγκριση με την ομάδα που δεν λάμβανε μετφορμίνη.

Κάθε χρόνος επιπλέον χρήσης της μετφορμίνης σχετίστηκε με 15% μειωμένο κίνδυνο καρκίνου του στομάχου. Αναφορικά με τη δόση, παρατηρήθηκε επίσης 27% μειωμένος κίνδυνος για λιγότερες από 975 cDDD (cumulative defined daily doses) και 67% μειωμένος κίνδυνος για 975 ή περισσότερες cDDD, σε σύγκριση με την ομάδα που δεν λάμβανε μετφορμίνη.

Για να τονίσουν τη σημασία του παραπάνω ευρήματος, οι επιστήμονες ανέφεραν ότι ο μειωμένος κίνδυνος καρκίνου του στομάχου για τους ασθενείς που λαμβάνουν ισνουλίνη είναι 19% σε σχέση με αυτούς που δεν λαμβάνουν το συγκεκριμένο φάρμακο. Η παραπάνω διαφορά, ωστόσο δεν θεωρήθηκε στατιστικώς σημαντική.

Επιπλέον, τα επίπεδα της HBA1c δεν φάνηκε να επηρεάζουν τον κίνδυνο καρκίνου του στομάχου.

«Στους διαβητικούς ασθενείς, η χρήση της μετφορμίνης μπορεί να μειώσει περαιτέρω τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του στομάχου μετά την εκρίζωση του H. Pylori», κατέληξε ο Δρ Λενγκ.

Βιβλιογραφία: Medscape