Η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου είναι μία τραυματική εμπειρία η οποία φαίνεται ότι μπορεί να επηρεάσει το προσδόκιμο ζωής ενός ατόμου. Μία πρόσφατη μελέτη εξέτασε δεδομένα από δεκαετίες ερευνών σχετικά με το πένθος και τις επιδράσεις του στο ανοσοποιητικό σύστημα και κατέληξε σε ορισμένα ενδιαφέροντα αποτελέσματα.

Για αρκετά χρόνια, οι επιστήμονες έχουν παρατηρήσει ότι όταν ένας ασθενής χάνει το σύντροφό του, ο κίνδυνος θνησιμότητας αυξάνεται σημαντικά. Το φαινόμενο αυτό έχει εξεταστεί για αρκετές δεκαετίες.

Για παράδειγμα, μία ομάδα ερευνητών από τη Φινλανδία παρατήρησε το 1987 ότι «για όλα τα φυσικά αίτια, η θνησιμότητα την πρώτη εβδομάδα μετά την απώλεια του/της συζύγου ήταν διπλάσια σε σύγκριση με την αναμενόμενη».

Μία άλλη έρευνα που δημοσιεύτηκε το 1995, διαπίστωσε ότι μετά το θάνατο του/της συζύγου, η θνησιμότητα «ήταν σημαντικά αυξημένη τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες». Η αύξηση αυτή ήταν περισσότερο εμφανής 7-12 μήνες μετά την έναρξη του πένθους.

Αν και οι επιστήμονες έχουν συλλέξει αρκετά δεδομένα ενδεικτικά της παραπάνω σύνδεσης, υπάρχουν λίγες πληροφορίες που εξηγούν τα βιολογικά αίτιά της.

Πένθος και Ανοσοποιητικό Σύστημα

Μία πρόσφατη μελέτη της βιβλιογραφίας έχει προσπαθήσει να συνδέσει προηγούμενα ευρήματα για να ξεκαθαρίσει περισσότερο τα αίτια του παραπάνω φαινομένου. Ειδικότερα, οι επιστήμονες θέλησαν να εξετάσουν πώς το πένθος επηρεάζει αρνητικά το ανοσοποιητικό σύστημα, με αποτέλεσμα να αυξάνεται ο κίνδυνος θνησιμότητας. Οι ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Αριζόνα, δημοσίευσαν τα αποτελέσματα της μελέτης τους στο επιστημονικό περιοδικό Psychosomatic Medicine.

Οι ερευνητές έκαναν μία συστηματική μελέτη της βιβλιογραφίας από το 1977 μέχρι σήμερα. Συνολικά, 33 έρευνες πληρούσαν τα κριτήρια της μελέτης και οι επιστήμονες επικεντώθηκαν περισσότερος σε 13 υψηλής ποιότητας έρευνες.

Όπως δήλωσε η Λίντσεϊ Νόουλς, μία από τους συγγραφείς της μελέτης, «Υπάρχουν ισχυρά δεδομένα που δείχνουν ότι ο θάνατος του/της συζύγου αυξάνει τη θνησιμότητα και τον κίνδυνο πρωίμου θανάτου λόγω του πένθους, ωστόσο ακόμα δεν γνωρίζουμε με ποιον τρόπο επηρεάζεται η υγεία από αυτό».

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 οι επιστήμονες ξεκίνησαν να εξετάζουν το ρόλο του ανοσοποιητικού συστήματος στην αύξηση της θνησιμότητας εξ΄αιτίας πένθους. Μία έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet το 1977 φαίνεται ότι είναι η πρώτη που εξέτασε τις διαταραχές στο ανοσοποιητικό σύστημα που προκαλούνται από το πένθος.

Μία Νέα Μελέτη των Δεδομένων

Η Νόουλς εξηγεί ότι ήθελε να συγγράψει μία μελέτη που θα περιέχει «όλα τα δεδομένα σχετικά με τη σύνδεση μεταξύ πένθους και λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος με σκοπό να θέσει τη βάση για τις μελλοντικές έρευνες».

Η μελέτη περιλαμβάνει όλα τα σημαντικά αποτελέσματα από τις έρευνες που έχουν διεξαχθεί μέχρι σήμερα.

Ειδικότερα, οι συγγραφείς παρατήρησαν ότι οι ασθενείς που πενθούν έχουν αυξημένα επίπεδα φλεγμονής, παθολογική γονιδιακή έκφραση στα ανοσιακά κύτταρα και μειωμένη αντιγονική απόκριση στις διάφορες προκλήσεις του ανοσοποιητικού συστήματος.

Οι παραπάνω αλλαγές είναι σημαντικές και βοηθούν να κατανοήσουμε γιατί οι ασθενείς που πενθούν έχουν αυξημένο κίνδυνο θανάτου. Για παράδειγμα, ήδη γνωρίζουμε ότι η χρόνια φλεγμονή παίζει ρόλο σε μία σειρά παθήσεων, μεταξύ των οποίων η παχυσαρκία, η καρδιαγγειακή νόσος και ο διαβήτης.

Οι συγγραφείς διαπίστωσαν επίσης ότι υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στις ψυχολογικές επιδράσεις του πένθους (όπως η κατάθλιψη) και του βαθμού που επηρεάζεται η λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.

Μία έρευνα που δημοσιεύτηκε το 1994, για παράδειγμα, διαπίστωσε ότι οι ασθενείς που πενθούσαν δεν είχαν σημαντικές διαφορές στο ανοσιακό τους προφίλ. Ωστόσο, αυτοί που πληρούσαν τα κλινικά κριτήρια της κατάθλιψης είχαν μειωμένη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.

Η μελέτη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς υπάρχουν αρκετά που δεν γνωρίζουμε για την παραπάνω σύνδεση , επομένως όλα τα δεδομένα είναι ευπρόσδεκτα. Οι επιστήμονες γνωρίζουν ότι το πένθος αυξάνει την πιθανότητα πρωίμου θανάτου, επομένως αν κατανοήσουμε τους μηχανισμούς σε ψυχολογική βάση θα είναι ευκολότερο να καθοριστεί η θεραπεία των ασθενών αυτών στο μέλλον.

Μία άλλη συγγραφέας της μελέτης, η Μέρι-Φράνσις Ο’Κόνορ εξηγεί ότι «Κάποια μέρα, οι γιατροί θα μπορούν να παρακολουθήσουν τις αλλαγές στο ανοσοποιητικό σύστημα των ασθενών μετά από τη δύσκολη αυτή εμπειρία και να προλάβουν τις πιθανές επιπλοκές».

Όταν ρωτήθηκε σχετικά με τη συμβολή της μελέτης αυτής στο πεδίο της έρευνας, η Ο’Κόνορ δήλωσε:

«Η συστηματική αυτή μελέτη δίνει στους ερευνητές τη δυνατότητα να μελετήσουν ομαδοποιημένα δεδομένα για το θέμα με πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο που έχει εξελιχθεί το πεδίο της έρευνας και κατευθύνσεις για το μέλλον».

Αν και το πεδίο αυτό της έρευνας έχει μεγάλη ιστορία, υπάρχουν ακόμα πολλά που δεν γνωρίζουμε. Όπως δήλωσαν οι ερευνητές, υπάρχει ανάγκη για μεγαλύτερες μελέτες. Για παράδειγμα, αν είναι δυνατό να προσδιοριστεί το ανοσολογικό προφίλ ενός ατόμου πριν το πένθος καθώς και κατά τη διάρκεια ή μετά από αυτό, θα έχουμε αρκετές πληροφορίες. Ελπίζουν ότι η μελέτη τους θα κινητοποιήσει αρκετούς ερευνητές να εξετάσουν την ενδιαφέρουσα αυτή σύνδεση.