Μία ομάδα ερευνητών από το Karolinska Institutet στη Σουηδία κατάφερε να αναπτύξει μία νέα μέθοδο για το διαχωρισμό δύο διαφορετικών τύπων ενός κοινού ερπητοϊού ο οποίος έχει συνδεθεί με την πολλαπλή σκλήρυνση. Οι επιστήμονες ανέλυσαν δείγματα αίματος από εθελοντές αναζητώντας αντισώματα για τις πρωτεΐνες των ερπητοϊών 6Α και 6Β. Όπως παρατήρησαν, οι ασθενείς που υποφέρουν από πολλαπλή σκλήρυνση έχουν υψηλότερα επίπεδα του ιού 6Α σε σχέση με τους υγιείς εθελοντές. Οι παρατηρήσεις των ερευνητών δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Frontiers in Immunology και δείχνουν ότι ο ιός HHV-6A συμβάλλει στην εμφάνιση της πολλαπλής σκλήρυνσης.

Η πολλαπλή σκλήρυνση είναι μία αυτοάνοση νόσος που επηρεάζει το κεντρικό νευρικό σύστημα. Τα αίτια της νόσου δεν είναι σαφή, ωστόσο μία θεωρία υποστηρίζει ότι ένας ιός προκαλεί σύγχυση στο ανοσοποιητικό σύστημα με αποτέλεσμα το τελευταίο να στοχεύει υγιείς ιστούς. Ο ιός HHV-6 είχε συνδεθεί και στο παρελθόν με την πολλαπλή σκλήρυνση, ωστόσο οι έρευνες αυτές δεν είχαν καταφέρει να κάνουν διαχωρισμό ανάμεσα στα στελέχη 6Α και 6Β. Μέσω της απομόνωσης του ιού από ασθενείς, οι επιστήμονες είχαν καταφέρει να δείξουν ότι ο ιός HHV-6B προκαλεί ήπια νοσήματα όπως το αιφνίδιο εξάνθημα (roseola) στα παιδιά. Ωστόσο, για τον ιό HHV-6A δεν ήταν δυνατό να διαπιστωθεί αν αποτελεί αίτιο οποιασδήποτε νόσου.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις, το 80% περίπου των παιδιών μολύνονται με τον ιό HHV-6 πριν την ηλικία των 2 ετών και αναπτύσσουν αντισώματα γι’αυτόν τα οποία παραμένουν στον οργανισμό τους εφ’όρου ζωής. Καθώς, ωστόσο, μετά τη λοίμωξη είναι αδύνατο να ξεχωρίσουμε τα δύο στελέχη του ιού, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν κάποιος από τους δύο αποτελεί παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση πολλαπλής σκλήρυνσης.

Στην παρούσα μελέτη, ωστόσο, οι ερευνητές κατάφεραν να κάνουν διαχωρισμό ανάμεσα στους ιούς Α και Β αναλύοντας αντισώματα στο αίμα ενάντια στις πρωτεΐνες 1Α και 1Β, δηλαδή αυτές που διαφέρουν περισσότερο ανάμεσα στα δύο στελέχη.

«Η ανακάλυψη αυτή αποτελεί σημείο-σταθμό τόσο στην έρευνα για την πολλαπλή σκλήρυνση όσο και σε αυτή για τον έρπητα», είπε η Anna Fogdell-Hahn, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Κλινικών Νευροεπιστημών του Karolinska Institutet. «Αρχικά, υποστηρίζει τη θεωρία ότι ο ιός HHV-6A αποτελεί παράγοντα που συμβάλλει στην εμφάνιση της πολλαπλής σκλήρυνσης. Επιπλέον, με τη μέθοδο αυτή, μπορούμε πλέον να ξεχωρίσουμε τα δύο είδη του ιού HHV-6, γεγονός που θα μας επιτρέψει να εξετάσουμε τη συχνότητα του καθενός, κάτι που δεν ήταν δυνατό στο παρελθόν».

Οι ερευνητές εξέτασαν τα επίπεδα των αντισωμάτων σε δείγματα αίματος από 8.700 ασθενείς με πολλαπλή σκλήρυνση και 7.200 υγιείς εθελοντές που αποτέλεσαν την ομάδα ελέγχου. Όπως διαπίστωσαν, οι ασθενείς με πολλαπλή σκλήρυνση είχαν 55% αυξημένο κίνδυνο να έχουν αντισώματα για τον ιό HHV-6A σε σχέση με την ομάδα ελέγχου. Σε μία υπο-ομάδα σχεδόν 500 εθελοντών, από τους οποίους το δείγμα αίματος είχε ληφθεί πριν την εμφάνιση της νόσου, ο κίνδυνος εμφάνισης πολλαπλής σκλήρυνσης ήταν υπερδιπλάσιος αν είχαν ιστορικό λοίμωξης με τον 6Α. Όσο νεότεροι ήταν οι ασθενείς όταν παρατηρήθηκαν για πρώτη φορά αντισώματα του ιού στο αίμα, τόσο υψηλότερος ήταν ο κίνδυνος εμφάνισης πολλαπλής σκλήρυνσης στο μέλλον. Ο ιός HHV-6B, αντιθέτως, δεν συνδέθηκε με την πολλαπλή σκλήρυνση. Οι ασθενείς που έπασχαν από τη νόσο είχαν μάλιστα χαμηλότερες ποσότητες αντισωμάτων για τον IE1B σε σχέση με τους ασθενείς με πολλαπλή σκλήρυνση.

Τα αντισώματα για τον ιό Epstein-Barr (EBV), έναν άλλο ερπητοϊό που σχετίζεται επίσης με την πολλαπλή σκλήρυνση, αναλύθηκαν με την ίδια μέθοδο και οι ερευνητές κατάφεραν να δείξουν ότι οι εθελοντές που έχουν αντισώματα και για τις δύο παθήσεις, έχουν ακόμα υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης πολλαπλής σκλήρυνσης. Αυτό δείχνει ότι διάφορες λοιμώξεις μπορεί να αυξάνουν αθροιστικά τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου.

«Τόσο ο HHV-6A όσο και ο 6Β μπορούν να μολύνουν τα εγκεφαλικά κύτταρα, αλλά το κάνουν με διαφορετικό τρόπο. Επομένως, μας ενδιαφέρει πλέον ακόμα περισσότερο να διαπιστώσουμε ακριβώς τον τρόπο που οι παραπάνω ιοί επηρεάζουν τον κίνδυνο εμφάνισης πολλαπλής σκλήρυνσης», κατέληξε η Anna Fogdell-Hahn.

Φωτογραφία: NIAID