Η ατορβαστατίνη είναι ασφαλής και μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο καρδιαγγειακών συμβαμάτων στους ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας έρευνας που δημοσιεύτηκε στο Arthritis and Rheumatology.

Η έρευνα εξέτασε 5400 ασθενείς, η πορεία των οποίων παρακολουθήθηκε για 5 χρόνια. Η έρευνα, είχε σχεδιαστεί έτσι ώστε να μπορεί να ανιχνεύσει μέχρι και 32% μείωση του κινδύνου από την ατορβαστατίνη αν τα ποσοστά των συμβαμάτων ήταν 1.8% ετησίως. Ωστόσο, τα παραπάνω ποσοστά στην έρευνα ήταν μόλις 0.77%, με αποτέλεσμα η έρευνα να τερματιστεί πρόωρα.

«Τα ασυνήθιστα χαμηλά ποσοστά των καρδιαγγειακών συμβαμάτων περιόρισαν σημαντικά τη στατιστική ισχύ της έρευνας και δεν της επέτρεψαν να ανιχνεύσει τις επιδράσεις του φαρμάκου στην 5ετία με αποτέλεσμα να τερματιστεί πρόωρα η μελέτη», είπε ο Τζορτζ Κίτας και οι συνεργάτες του από το Ηνωμένο Βασίλειο.

Οι επιστήμονες δήλωσαν ότι από την παραπάνω έρευνα φαίνεται ότι ο μέσος ασθενής με ρευματοειδή αρθρίτιδα έχει τα ίδια οφέλη από τη θεραπεία με στατίνες με έναν ασθενή από το γενικό πληθυσμό. Ωστόσο, η μείωση των καρδιαγγειακών συμβαμάτων σημαίνει ότι ένας μεγάλος αριθμός ασθενών με ρευματοειδή αρθρίτιδα έχουν ήδη σχετικά χαμηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο.

Οι ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα συνεχίζουν να παρουσιάζουν μεγαλύτερα ποσοστά θνησιμότητας σε σχέση με το γενικό πληθυσμό, κυρίως λόγω του αυξημένου κινδύνου καρδιαγγειακής νόσου. Ωστόσο, τα οφέλη από τη χρήση των στατινών δεν έχουν εξερευνηθεί ακόμα σε αυτό τον πληθυσμό.

Με την παραπάνω σκέψη, ο Κίτας και οι συνεργάτες του έκαναν τη μελέτη TRACE RA, μία τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με placebo μελέτη σε 102 ρευματικά κέντρα στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Στην έρευνα έλαβαν μέρος ασθενείς που πληρούσαν τα κριτήρια του 1987 από το American College of Rheumatology και ήταν ηλικίας άνω των 50 ετών ή είχαν παρουσιάσει ρευματοειδή αρθρίτιδα εδώ και περισσότερο από 10 χρόνια. Οι ασθενείς έπρεπε επίσης να λαμβάνουν θεραπεία για τη ρευματοειδή αρθρίτιδα για περισσότερο από 3 μήνες πριν την έναρξη της έρευνας.

Ο στόχος που εξέτασε η έρευνα ήταν η μείωση των καρδιαγγειακών συμβαμάτων, τα οποία περιλαμβάνουν το μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου, το παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο ή τον καρδιαγγειακό θάνατο κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Οι ερευνητές χώρισαν τους ασθενείς σε δύο ομάδες εκ των οποίων η μία (1504 εθελοντές) έλαβε 40mg ατορβαστατίνης, ενώ η άλλη (1498 εθελοντές) έλαβε placebo. Οι ερευνητές παρακολούθησαν στη συνέχεια την πορεία των ασθενών για 2.5 χρόνια (και όχι 5 που ήταν ο αρχικός στόχος).

Καρδιαγγειακά συμβάματα εμφανίστηκαν σε 24 ασθενείς (1.6%) από την ομάδα της ατορβαστατίνης και σε 36 ασθενείς (2.4%) από την ομάδα που λάμβανε placebo. Μετά από προσαρμογή για διάφορους παράγοντες, η διαφορά δεν ήταν στατιστικώς σημαντική.

Στο τέλος της έρευνας, τα επίπεδα της LDL-C ήταν σημαντικά χαμηλότερα στους ασθενείς που λάμβαναν ατορβαστατίνη σε σχέση με την ομάδα ελέγχου (2.21 mmol/L έναντι 2.98 mmol/L).

Σύμφωνα με τους συγγραφείς, η μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου ήταν αντίστοιχη με αυτή που παρατηρείται στους εθελοντές χωρίς ρευματοειδή αρθρίτιδα. Τα ποσοστά των ανεπιθυμήτων επιδράσεων ήταν συγκρίσιμα στις δύο ομάδες.

Εξ’αιτίας του πρωίμου τερματισμού της έρευνας, οι επιστήμονες θεώρησαν αναμενόμενο το γεγονός ότι τα αποτελέσματα για τον κύριο στόχο δεν ήταν στατιστικώς σημαντικά.

«Από τα αποτελέσματα της έρευνάς μας σίγουρα δεν καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι πρέπει να χορηγούνται στατίνες σε όλους τους ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα», δήλωσαν. «Η απόφαση για τη χορήγηση των παραπάνω φαρμάκων πρέπει να βασίζεται στον κίνδυνο του κάθε ασθενούς», αντίστοιχα με τις οδηγίες για τον γενικό πληθυσμό.

Σε ένα άρθρο που σχολίασε τα αποτελέσματα της έρευνας, η Κάθριν Λιάο και ο Ντάνιελ Σόλομον, δύο επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ στη Βοστόνη, τόνισαν ότι αυτή είναι η πρώτη έρευνα που εξετάζει ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα και τη συχνότητα των καρδιαγγειακών συμβαμάτων σε αυτούς.

«Αν και πιστεύουμε ότι τα κριτήρια της έρευνας ήταν σωστά, από τα αποτελέσματα φαίνεται ότι χρειαζόμαστε καλύτερες μεθόδους για να προσδιορίσουμε τον κατάλληλο πληθυσμό ασθενών με ρευματοειδή αρθρίτιδα που χρειάζεται χορήγηση φαρμάκων για την πρόληψη του καρδιαγγειακού κινδύνου», σημείωσαν.

Η Λιάο και ο Σόλομον τόνισαν ωστόσο ότι τα αποτελέσματα της έρευνας προσφέρουν σημαντικές πληροφορίες που βοηθούν τους γιατρούς και τους ερευνητές στη διαχείριση του καρδιαγγειακού κινδύνου τόσο στους ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα, όσο και στους ασθενείς που πάσχουν από άλλα ρευματικά νοσήματα.

Βιβλιογραφία: Medscape