Οι φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου επηρεάζουν εκατομμύρια άτομα παγκοσμίως, προκαλώντας εξουθενωτικά συμπτώματα και επιβαρύνοντας σημαντικά την ποιότητα ζωής. Οι ερευνητές δεν γνωρίζουν ακόμα ποιοι είναι οι παράγοντες που ευθύνονται για την εμφάνιση των παραπάνω παθήσεων. Μία νέα έρευνα, ωστόσο, κατάφερε να ταυτοποιήσει έναν από αυτούς και συγκεκριμένα τη δυσλειτουργία των αγγείων.

Ο όρος «φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου» αναφέρεται κυρίως στη νόσο του Crohn και την ελκώδη κολίτιδα, δύο χρόνια νοσήματα που χαρακτηρίζονται από φλεγμονή του εντέρου.

Παρά το γεγονός ότι οι παθήσεις αυτές είναι ιδιαίτερα κοινές και επηρεάζουν σημαντικά την ποιότητα ζωής των ασθενών που πάσχουν από αυτές, οι ερευνητές ακόμα δεν γνωρίζουν ποια είναι τα αίτια που ευθύνονται για την εμφάνισή τους.

Μία ομάδα ερευνητών από το Πανεπιστήμιο του Ερλάγκεν στη Γερμανία έκανε προσφάτως μία σημαντική ανακάλυψη για τις φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου. Στην έρευνά τους, η οποία δημοσιεύτηκε στο The Journal of Clinical Investigation, οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι ορισμένες δυσλειτουργίες των αιμοφόρων αγγείων αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την εμφάνιση φλεγμονωδών νόσων του εντέρου.

Τονίζουν επίσης ότι η αντιμετώπιση των δυσλειτουργιών αυτών μπορεί να επιβραδύνει σε μεγάλο βαθμό την πορεία των χρονίων αυτών νόσων.

Η Ανακάλυψη Ανοίγει το Δρόμο για Νέες Θεραπείες

Η Βικτόρια Λάνγκερ και οι συνεργάτες της εξήγησαν ότι η έρευνά τους ξεκίνησε από την αντίληψη ότι διάφορα προφλεγμονώδη κύτταρα κυκλοφορούν στα αγγεία.

Το γεγονός αυτό έκανε τους ερευνητές να αναρωτηθούν αν η υγεία των αγγείων μπορεί να επηρεάσει την πιθανότητα εμφάνισης φλεγμονωδών παθήσεων που επηρεάζουν το έντερο.

Οι επιστήμονες ενδιαφέρθηκαν περισσότερο για το ρόλο των ενδοθηλιακών κυττάρων, των κυττάρων δηλαδή που καλύπτουν την εσωτερική επιφάνεια των αγγείων. Τα κύτταρα αυτά αποτελούν ουσιαστικά ένα φραγμό που δεν επιτρέπει σε άλλα κύτταρα να εξέλθουν από τα αιμοφόρα αγγεία.

Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι οι ασθενείς που πάσχουν από φλεγμονώδη νόσο του εντέρου είχαν αυξημένη διαπερατότητα στα αιμοφόρα αγγεία. Το γεγονός αυτό αποδόθηκε σε δυσλειτουργία των ενδοθηλιακών κυττάρων που καλύπτουν τα αγγεία αυτά.

Περαιτέρω μοριακές αναλύσεις επιβεβαίωσαν ότι η διακυτταρική επικοινωνία ανάμεσα στα ενδοθηλιακά κύτταρα είχε σημαντικές δυσλειτουργίες.

Με μία πιο λεποτμερή εξέταση των δεδομένων, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι η δυσλειτουργία αυτή μπορούσε να αποδοθεί στη δράση της ιντερφερόνης-γ, μίας κυτταροκίνης. Οι κυτταροκίνες είναι πρωτεΐνες που παίζουν σημαντικό ρόλο στη σηματοδότηση των κυττάρων. Η ιντερφερόνη-γ βρίσκεται επίσης σε υψηλές συγκεντρώσεις στου εντερικούς ιστούς που φλεγμαίνουν.

Θέλοντας να αναδείξουν την υψηλή διαπερατότητα ρων αιμοφόρων αγγείων στους ασθενείς με φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν μία ειδική τεχνική μέσω της οποίας ανέλυσαν τα αιμοφόρα αγγεία του εντέρου σε 15 εθελοντές. Από αυτούς, στους 7 η νόσος ήταν σε ύφεση, ενώ οι υπόλοιποι είχαν ενεργή νόσο.

Οι ερευνητές έκαναν επίσης μία σειρά πειραμάτων σε μοντέλα ποντικών με φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου. Ο στόχος ήταν να εξετάσουν αν εμποδίζοντας την αντίδραση των ενδοθηλιακών κυττάρων στην αυξημένη ιντερφερόνη-γ μπορεί να επιβραδυνθεί η πορεία της νόσου.Τα πειράματα αυτά ήταν επιτυχή, γεγονός που δείχνει ότι η προσέγγιση αυτή μπορεί στο μέλλον να έχει χρησιμότητα ως θεραπεία για τις φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου.

Οι ερευνητές ανακάλυψαν επίσης ότι η ιματινίμπη, ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία του καρκίνου, μπορεί να μειώσει τη διαπερατότητα των αγγείων. Μπορεί επίσης να επιβραδύνει την πορεία της νόσου σε μοντέλα ποντικών με φλεγμονώδη νόσο του εντέρου.

«Τα ευρήματά μας δείχνουν ότι η ιματινίμπη μπορεί να αποτελέσει πιθανώς φάρμακο για τη θεραπεία των παραπάνω παθήσεων», είπαν οι ερευνητές κατά τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων τους.

«Ελπίζουμε ότι τα αποτελέσματα της μελέτης μας θα ωφελήσουν τους ασθενείς με χρόνιες φλεγμονώδεις νόσους μακροπρόθεσμα», είπε ο Μίκαελ Στουρζλ, ένας από τους συγγραφείς της έρευνας.

«Το φάρμακο που εξετάσαμε στα πειραματόζωα έχει ήδη ελεγχθεί ως προς την ασφάλειά του και έχει εγκριθεί για τη θεραπεία άλλων παθήσεων, επομένως αν τα αποτελέσματά μας επιβεβαιωθούν, θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί άμεσα», κατέληξε ο Στουρζλ.