Ένα φάρμακο που ανακαλύφθηκε πριν από σχεδόν 50 χρόνια και χρησιμοποιείται ως θεραπεία για το βήχα και τις αναπνευστικές παθήσεις φαίνεται ότι έχει χρησιμότητα και στην αντιμετώπιση μίας πολύ διαφορετικής νόσου, της νόσου του Parkinson.

Η αμβροξόλη, μία ενεργή ουσία που βρίσκεται στα αντιβηχικά από το 1970, εξετάζεται τα τελευταία χρόνια σχετικά με την ικανότητά της να επιβραδύνει την πορεία της νόσου του Parkinson. Πέρσι, το φάρμακο ξεπέρασε δύο σημαντικά σημεία ελέγχου, γεγονός που μας φέρνει πιο κοντά σε μία θεραπεία.

Τον προηγούμενο μήνα, μία διεθνής ομάδα ερευνητών η οποία συντονίστηκε από το University College London (UCL) ανακοίνωσε τα αποτελέσματα μίας μικρής κλινικής δοκιμής φάσης ΙΙ η οποία έδειξε ότι η χορήγηση αμβροξόλης είναι ασφαλής στους ασθενείς με νόσο του Parkinson. Έδειξε επίσης ότι το φάρμακο έχει νευροπροστατευτική δράση, η οποία, ωστόσο, πρέπει να εξεταστεί περισσότερο από μελλοντικές μελέτες.

Με βάση τις παραπάνω παρατηρήσεις, ανακοινώθηκε την προηγούμενη εβδομάδα ότι το επόμενο βήμα είναι να εξεταστεί η αμβροξόλη σε ένα πολύ μεγαλύτερο δείγμα ασθενών με νόσο του Parkinson, εξερευνώντας παράλληλα πως συμβάλλουν διάφοροι γενότυποι στον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου.

«Η έρευνα για την αμβροξόλη έχει μεγάλη σημασία καθώς σήμερα δεν υπάρχουν διαθέσιμες θεραπείες που μπορούν να επιβραδύνουν, να ανακόψουν ή ακόμα και να αναστρέψουν την πορεία της νόσου του Parkinson», είπε ο Simon Stott, διευθυντής έρευνας στο The Cure Parkinson’s Trust, έναν από τους οργανισμούς που εμπλέκονται στη συγκεκριμένη έρευνα.

«Όλα τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται σήμερα, αντιμετωπίζουν μόνο τα συμπτώματα της νόσου του Parkinson και δεν μπορούν να επιβραδύνουν την πορεία της», πρόσθεσε.

Στην τελευταία έρευνα, 17 ασθενείς με νόσο του Parkinson έλαβαν καθημερινά αμβροξόλη και οι επιστήμονες παρακολούθησαν την πορεία τους για 6 μήνες.

Εκτός από την ασφάλεια του φαρμάκου στη δοσολογία που χορηγήθηκε, οι επιστήμονες θέλησαν να εξετάσουν επίσης αν η αμβροξόλη μπορεί να διαπεράσει τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό, καθώς και αν επηρεάζει διαφορετικά τους ασθενείς που έχουν μεταλλάξεις στο γονίδιο GBA1.

Οι μεταλλάξεις στο παραπάνω γονίδιο θεωρούνται ίσως ο σημαντικότερος γενετικός παράγοντας κινδύνου για τη νόσο του Parkinson. Οι ασθενείς με το παθολογικό αλληλόμορφο του GBA1 διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν συμπτώματα σε μικρότερη ηλικία.

Όπως πιστεύουν οι επιστήμονες, η μετάλλαξη αυτή αναστέλλει την απελευθέρωση των πρωτεϊνών GCase, οι οποίες εμπλέκονται στον καθαρισμό του εγκεφάλου από παθολογικές πρωτεΐνες και άλλα απόβλητα. Το γεγονός αυτό δεν επιτρέπει τη συσσώρευση παθολογικών πρωτεϊνών όπως η α-συνουκλεΐνη, που θεωρείται σήμερα ένας από τους κύριους αιτιολογικούς παράγοντες για τα συμπτώματα της νόσου του Parkinson.

«Αυξάνοντας τα επίπεδα της GCase, η αμβροξόλη επιτρέπει στα κύτταρα να απομακρύνουν τα απόβλητα από τον εγκέφαλο, γεγονός που διατηρεί την υγεία των κυττάρων σε αυτόν και επιβραδύνει την πορεία της νόσου του Parkinson», είπε ο επικεφαλής της έρευνας Tony Schapira, ένας νευρολόγος από το UCL.

Προηγούμενα πειράματα σε ανθρώπινα κύτταρα και μοντέλα πειραματοζώων είχαν δείξει ότι η αμβροξόλη μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα των πρωτεϊνών GCase περιορίζοντας παράλληλα την α-συνουκλεΐνη. Το γεγονός αυτό καθιστά το φάρμακο μία πιθανή θεραπεία για τη νόσο του Parkinson.

Όπως δήλωσαν οι ερευνητές, τα πρώτα αποτελέσματα για το φάρμακο είναι πολύ θετικά, ωστόσο θα πρέπει να περιμένουμε να επιβεβαιωθούν από μελλοντικές μελέτες μεγαλύτερου μεγέθους.

Στην έρευνα, διαπιστώθηκε ότι το φάρμακο μπορεί να διαπεράσει τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και να αυξήσει τα επίπεδα της πρωτεΐνης GCase στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό κατά περίπου 35%. Ήταν επίσης ασφαλές, καλώς ανεκτό και δεν προκάλεσε ανεπιθύμητες ενέργειες.

Οι επιστήμονες δεν παρατήρησαν διαφορά για την απόκριση στο φάρμακο ανάμεσα στους ασθενείς που είχαν και αυτούς που δεν είχαν τη μετάλλαξη του γονιδίου GBA1. Τόνισαν ωστόσο, ότι και αυτό πρέπει να διερευνηθεί περισσότερο σε μελλοντικές έρευνες.

Επιπλέον, η εξέταση της κινητικότητας των ασθενών με την κλίμακα MDS-UPDRS, έδειξε ότι υπάρχει σαφής βελτίωση αρκετών παραγόντων στους ασθενείς, γεγονός που δείχνει ότι το φάρμακο έχει χρησιμότητα και στην αντιμετώπιση των κινητικών συμπτωμάτων της νόσου. Οι επιστήμονες τόνισαν, ωστόσο, ότι η παραπάνω επίδραση δεν εξετάστηκε συγκριτικά με ομάδα που έπαιρνε placebo.

Εξ’αιτίας των περιορισμών που προαναφέρθηκαν, η επιστημονική ομάδα τόνισε ότι πρέπει να γίνουν περαιτέρω έρευνες μέχρι να μπορέσουμε να καταλήξουμε σε σαφή συμπεράσματα σχετικά με τις επιδράσεις του φαρμάκου στην πορεία και τη συμπτωματολογία της νόσου.

Τόνισαν, ωστόσο ότι «δεν παρατηρήθηκαν αρνητικές επιδράσεις από τη χρήση της αμβροξόλης στους ασθενείς, ούτε άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες».

Τα θετικά νέα είναι ότι το επόμενο στάδιο αξιολόγησης της αμβροξόλης είναι μία διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με placebo κλινική δοκιμή φάσης ΙΙΙ που λέγεται PD-Frontline και έχει ήδη ξεκινήσει να συγκεντρώνει εθελοντές. Η έρευνα αυτή θα δώσει απαντήσεις σχετικά με τη χρησιμότητα του φαρμάκου ως θεραπεία για τη νόσο του Parkinson.

«Η έρευνα προσφέρει στοιχεία που δείχνουν ότι είναι δυνατό να αυξήσουμε τα επίπεδα της GCase με την αμβροξόλη στον άνθρωπο. Το φάρμακο είναι επίσης ασφαλές και καλώς ανεκτό στους ασθενείς με νόσο του Parkinson», είπε ο Stott.

«Αν οι μελλοντικές έρευνες δείξουν ότι η αμβροξόλη μπορεί να βελτιώσει την υγεία και τη λειτουργικότητα των κυττάρων, το φάρμακο θα έχει χρησιμότητα στην επιβράδυνση της πορείας της νόσου», κατέληξε.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Neurology.