Η ανοσοθεραπεία έχει φέρει επανάσταση στη θεραπεία του καρκίνου. Σήμερα, τα εργαλεία και οι γνώσεις που μας έχει προσφέρει η νέα αυτή προσέγγιση για την ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος, χρησιμοποιούνται σε μία σειρά καταστάσεις, από την αντιμετώπιση των αυτοανόσων παθήσεων μέχρι την πρόληψη της απόρριψης ενός μοσχεύματος.

Αν και προς το παρόν δεν χρησιμοποιείται ακόμα στην κλινική πράξη, η χρήση της προσέγγισης αυτής για παθήσεις εκτός του καρκίνου είναι πολλά υποσχόμενη, σύμφωνα με τους ερευνητές, καθώς το ανοσοποιητικό σύστημα ουσιαστικά εμπλέκεται σε κάθε όργανο, αλλά και τις περισσότερες νόσους.

«Υπάρχει πλέον η δυνατότητα να δοκιμάσουμε την αποτελεσματικότητα της ανοσοθεραπείας σε άλλες νόσους εκτός του καρκίνου», είπε ο Τζόναθαν Έπστιν, καρδιολόγος στο Πανεπιστήμιο της Πεννσυλβάνια.

Σε μία μορφή της ανοσοθεραπείας για τον καρκίνο, μία ομάδα ανοσιακών κυττάρων, τα Τ κύτταρα, αφαιρούνται από τον οργανισμό και τροποποιούνται έτσι ώστε να στοχεύουν τα νεοπλασματικά κύτταρα. Η χρησιμοποίηση των τροποποιημένων αυτών κυττάρων, τα οποία λέγονται CAR-Ts, έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματική στην αντιμετώπιση ορισμένων μορφών καρκίνου του αίματος, όπως η οξεία λεμφοκυτταρική λευχαιμία. Οι επιστήμονες τροποποιούν πλέον Τ κύτταρα τα οποία στοχεύουν κύτταρα που σχετίζονται με άλλα νοσήματα.

Ο καρκίνος ήταν ένας λογικός πρώτος στόχος για τις ανοσοθεραπείες, είπε η Μαρκέλα Μάους, διευθύντρια κυτταρικής σνοσοθεραπείας στο Κέντρο για τον Καρκίνο του Πανεπιστημίου της Μασσαχουσέτης. Η ανάγκη για θεραπείες που θα παρατείνουν τη διάρκεια ζωής στον καρκίνο είναι αδιαμφισβήτητη, ενώ οι ασθενείς είναι πιο πρόθυμοι να δοκιμάσουν νέες θεραπείες για νεοπλάσματα που οδηγούν στο θάνατο. Στην αντιμετώπιση των αυτάνοσων παθήσεων, ωστόσο, αρκετοί γιατροί είναι πιο επιφυλακτικοί. Αν και τα νοσήματα αυτά μπορεί να προκαλούν σημαντική επιβάρυνση στους ασθενείς, υπάρχουν σήμερα αρκετές θεραπείες γι’ αυτά, ακόμα κι αν δεν είναι πάντοτε αποτελεσματικές. Καθώς, ωστόσο, αποδείχθηκε ότι η ανοσοθεραπεία ήταν ιδιαίτερα επιτυχής στην αντιμετώπιση του καρκίνου, πλέον αρκετοί θέλουν να δοκιμάσουν την αποτελεσματικότητά της και σε άλλες παθήσεις.

Μία ομάδα ερευνητών με επικεφαλής την Εϊμί Πέιν, μία δερματολόγο στο Πανεπιστήμιο της Πεννσυλβάνια, προετοιμάζεται αυτή τη στιγμή να ξεκινήσει κλινικές δοκιμές για την αντιμετώπιση της πέμφιγας, μίας αυτοάνοσης δερματικής νόσου, με τροποποιημένα Τ κύτταρα. Σε μία από τις μορφές της νόσου, το ανοσοποιητικό σύστημα παράγει αντισώματα ενάντια σε μία ομάδα πρωτεϊνών του δέρματος, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα της εμφάνιση επώδυνων κυψελίδων. Η Πέιν και οι συνεργάτες της τροποποίησαν Τ κύτταρα τα οποία στοχεύουν και καταστρέφουν τα κύτταρα του ανοσοποιητικού που παράγουν τα παθολογικά αντισώματα. Οι πρώτες δοκιμές της θεραπείας αυτής σε πειραματόζωα ήταν ιδιαίτερα επιτυχείς. Η Πέιν δήλωσε ότι αποφάσισε να δοκιμάσει τη νέα αυτή προσέγγιση λόγω της μεγάλη επιτυχίας που είχε η θεραπεία με CAR-T στον καρκίνο. Στο παρελθόν και άλλες έρευνες είχαν επιχειρήσει να στοχεύσουν τα αντισώματα που ευθύνονται για την εμφάνισης της πέμφιγας χωρίς επιτυχία. Η Πέιν είπε ότι είναι αρκετά αισιόδοξη για τα τροποποιημένα Τ κύτταρα που χρησιμοποιεί στην έρευνά της, τα οποία ονόμασε CAAR-T. Τα κύτταρα αυτά μπορούν να πολλαπλασιαστούν, γεγονός που σημαίνει ότι οι επιδράσεις τους έχουν μεγάλη διάρκεια.

Ορισμένοι επιστήμονες χρησιμοποιούν ως βάση παλιότερες ανοσοθεραπείες για τις προσεγγίσεις τους. Ο Ντέιβιντ Κλάτζμαν, ένας ανοσολόγος στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης, δοκιμάζει αν τα αυτοάνοσα νοσήματα μπορούν να αντιμετωπιστούν με χαμηλά επίπεδα ιντερλευκίνης-2 (IL-2), ενός σηματοδοτικού μορίου που χρησιμοποιήθηκε αρχικά στη θεραπεία του καρκίνου στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Εκείνη την εποχή, οι υψηλές δόσεις της IL-2 είχαν αποδειχθεί αποτελεσματικές σε ένα μικρό ποσοστό μεταστατικών νεοπλασμάτων, ωστόσο προκαλούσαν σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Η έρευνα του Κλάτζμαν έδειξε ότι οι χαμηλές δόσεις μπορεί να χρησιμοποιηθούν για τη θεραπεία ενός μεγάλου εύρους αυτοάνοσων παθήσεων, ενισχύοντας τον πληθυσμό των Τ ρυθμιστικών κυττάρων. Τα τελευταία, περιορίζουν την ανοσιακή απόκριση.

Το Πανεπιστήμιο που εργάζεται ο Κλάτζμαν, καθώς και δύο ακόμα ινστιτούτα από τη Γαλλία εξετάζουν αυτή τη στιγμή την αποτελεσματικότητα των χαμηλών δόσεων IL-2 και το Νοέμβριο θα γίνει ένα συνέδριο για να εξεταστεί η χρησιμότητα της προσέγγισης αυτής σε ένα μεγάλο εύρος παθήσεων. Όπως δήλωσε ο Κλάτζμαν, η IL-2 είναι το μοναδικό μόριο που ενεργοποεί εκλεκτικά τα Τ ρυθμιστικά κύτταρα και «στα περισσότερα αυτοάνοσα και φλεγμονώδη νοσήματα παρατηρείται ανεπάρκεια των κυττάρων αυτών». Αυτή τη στιγμή, η προσέγγιση αυτή εξετάζεται σε κλινικές δοκιμές φάσης 2 για μία σειρά αυτοάνοσες παθήσεις, μεταξύ των οποίων ο λύκος, ο διαβήτης τύπου 1 και η πολλαπλή σκλήρυνση.

Ο Ζερόμ Ριτζ, επικεφαλής ενός εργαστηρίου τροποποίησης κυττάρων από το Ινστιτούτο για τον Καρκίνο Dana-Farber, δήλωσε ότι τα CAR-T με τροποποιημένα Τ ρυθμιστικά κύτταρα μπορούν να χρησιμοποιηθούν και για την αντιμετώπιση της φλεγμονής ή σε ασθενείς που έχουν λάβει μοσχεύματα για την πρόληψη της απόρριψης. Οι μεταμοσχεύσεις βλαστοκυττάρων μπορούν να αντιμετωπίσουν ορισμένες μορφές καρκίνου του αίματος, ωστόσο συχνά προκαλούν μία απειλητική για τη ζωή επιπλοκή, τη νόσο μοσχέυματος εναντίον ξενιστή, κατά την οποία τα ανοσιακά κύτταρα του δότη επιτίθενται στα κύτταρα του ξενιστή. Όπως υποστήριξε ο Ριτζ, είναι δυνατό να παρασκευάσουμε CAR-T ρυθμιστικά κύτταρα τα οποία θα προκαλούν ανοχή στα κύτταρα του δότη, ή ακόμα και σε ολόκληρο το όργανο, για να προληφθεί η απόρριψη του μοσχεύματος.

Ο Έπστιν από το Πανεπιστήμιο της Πεννσυλβάνια κατάφερε προσφάτως να τροποποιήσει Τ κύτταρα σε ποντίκια τα οποία στοχεύουν τα κύτταρα που παράγουν ουλώδη ιστό αφού η καρδιά έχει υποστεί βλάβες. Γνωστή ως ίνωση, η ούλωση αυτή προστατεύει την καρδιά από τη ρήξη, ωστόσο μπορεί να περιορίσει την ικανότητα πλήρωσής της με αίμα. Η προσέγγιση του Έπστιν ήταν επιτυχής στα ποντίκια, καθώς κατάφερε να μειώσει την ποσότητα του ουλώδους ιστού, όπως έδειξε η έρευνα στο επιστημονικό περιοδικό Nature. Σε μελλοντικές έρευνες, ο ίδιος θα εξετάσει την αποτελεσματικότητα της προσέγγισης αυτής σε μεγαλύτερα ζώα.

Κάποια επιστήμονες διατηρούν, ωστόσο, τις αμφιβολίες τους σχετικά με την αποτελεσματικότητα της προσέγγισης αυτής. Ο Έρικ Τοπόλ, καρδιολόγος και αντιπρόεδρος στο Ερευνητικό Ινστιτούτο Scripps, είπε ότι η θεραπεία αυτή πιθανώς δεν θα είναι λειτουργήσει στον άνθρωπο. «Είναι μεν μία ενδιαφέρουσα προσέγγιση, ωστόσο δεν πιστεύω ότι θα βοηθήσει άμεσα τους ασθενείς με καρδιαγγειακή νόσο», είπε ο Τοπόλ. Αρκετές θεραπείες που λειτουργούν στα ποντίκια, δεν έχουν τα επιθυμητά αποτελέσματα όταν δοκιμάζονται σε ανθρώπους, τόνισε. Αν και η ίνωση αποτελεί σαφέστατα ένα πρόβλημα που σχετίζεται με την καρδιακή ανεπάρκεια, δεν γνωρίζουμε αν η στόχευση του ουλώδους ιστού μπορεί να προσφέρει οφέλη στους ασθενείς. «Οι παρεμβάσεις αυτές μπορεί να επηρεάσουν τον καρδιακό ρυθμό και να προκαλέσουν δυνητικά θανατηφόρες αρρυθμίες», συμπλήρωσε ο ίδιος.

Ακόμα κι αν η προσέγγιση αυτή δεν αποδειχθεί επιτυχής, ο Έπστιν και οι συνεργάτες του τόνισαν ότι η κατεύθυνση αυτή είναι σωστή, καθώς όσο περισσότερες πληροφορίες μαθαίνουμε σχετικά με τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, τόσο ευκολότερο θα είναι να το χρησιμοποίησουμε στο μέλλον για την αντιμετώπιση μίας σειράς παθήσεων, από λοιμώξεις μέχρι τις αρθρίτιδες.

Η Μάους συμφώνησε με την παραπάνω δήλωση, «Πιστεύω ότι βρισκόμαστε σε σημείο καμπής για τη χρήση των τροποποιημένων Τ κυττάρων. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε αρκετές παθήσεις, ωστόσο ακόμα δεν είναι σαφές αν θα αποτελέσουν θεραπεία ευρείας χρήσης».

Βιβλιογραφία: Scientific American