Καθώς εμφανίζονται συνεχώς νέα στελέχη του SARS-CoV-2 δεν είναι λίγοι αυτοί που αναρωτιούνται αν θα χρειαστούμε σύντομα ενισχυτικές δόσεις προκειμένου να διατηρήσουμε την ανοσία μας για την COVID-19.

Γνωρίζουμε σήμερα ότι όλοι οι ιοί μεταλλάσσονται. Ο ιός SARS-CoV-2 έχει παρουσιάσει ήδη αρκετές διαφορετικές μεταλλάξεις και θα συνεχίσει να εξελίσσεται στο μέλλον. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι τα εμβόλια θα χάσουν την αποτελεσματικότητά τους ή ότι θα χρειαστεί να κάνουμε νέες ενισχυτικές δόσεις.

Το ανοσοποιητικό σύστημα του ανθρώπου είναι σύνθετο και ιδιαίτερα ισχυρό, επομένως ακόμα κι αν ο ιός μεταλλαχθεί, τα κύτταρά του θα μπορούν ακόμα να αναγνωρίσουν τα νέα στελέχη και να εκκινήσουν την κατάλληλη απόκριση.

Λόγω της ικανότητας αυτής του ανοσοποιητικού συστήματος, αρκετοί λοιμωξιολόγοι πιστεύουν ότι δεν θα χρειαστούμε ενισχυτικές δόσεις, τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον.

Τη θεωρία αυτή υποστηρίζουν τελευταία δεδομένα που δείχνουν ότι η ανοσία από τα εμβόλια έχει μεγάλη διάρκεια και μπορεί να αντιμετωπίσει και τα νεότερα στελέχη.

Το CDC των ΗΠΑ δήλωσε προσφάτως ότι προς το παρόν δεν υπάρχουν δεδομένα που να δείχνουν ότι θα χρειαστούμε ενισχυτικές δόσεις, ωστόσο οι επιστήμονες συνεχίζουν να παρακολουθούν την πορεία της εξέλιξης του ιού, καθώς αυτό μπορεί να αλλάξει στο μέλλον.

Η Ανοσία από τα Εμβόλια είναι Ισχυρή και έχει Μεγάλη Διάρκεια

Τελευταία δεδομένα έχουν δείξει ότι τα εμβόλια προσφέρουν ανοσία μεγάλης διάρκειας, η οποία μπορεί να προστατεύσει και από τα νεότερα στελέχη του ιού.

Εκτός από τα αντισώματα που ανταποκρίνονται άμεσα στην παρουσία της πρωτεΐνης ακίδας του SARS-CoV-2, υπάρχει επίσης και κυτταρική ανοσία η οποία περιλαμβάνει τα Τ λεμφοκύτταρα και τα Β λεμφοκύτταρα μνήμης.

Τόσο τα Τ όσο και τα Β λεμφοκύτταρα βρίσκονται στους λεμφαδένες και ενεργοποιούνται άμεσα όταν ο οργανισμός κληθεί να αντιμετωπίσει ξανά το ίδιο παθογόνο στο μέλλον.

Τα Τ λεμφοκύτταρα είναι απαραίτητα για την επίτευξη μακροπρόθεσμης ανοσίας καθώς και την προστασία από τη σοβαρή νόσηση.

Όλες οι μεγάλες κλινικές δοκιμές που εξέτασαν την παραγωγή Τ λεμφοκυττάρων διαπίστωσαν ότι τα εμβόλια επάγουν μία ισχυρή και μεγάλης διάρκειας απόκριση από τα παραπάνω κύτταρα. Αρκετές έρευνες παρατήρησαν επίσης ότι τα παραπάνω Τ λεμφοκύτταρα, τα οποία στοχεύουν αρκετά διαφορετικά τμήματα του SARS-CoV-2, διατηρούνται για μεγάλη διάρκεια.

Από την απόκριση αυτή παράγονται επίσης Β λεμφοκύτταρα μνήμης. Τελευταία δεδομένα δείχνουν ότι τα παραπάνω παραμένουν στον οργανισμό για μεγάλη διάρκεια και μπορούν να δημιουργήσουν αντισώματα άμεσα στο ενδεχόμενο μίας μελλοντικής επανέκθεσης.

Τα Β λεμφοκύτταρα μνήμης είναι ένα είδος Β λεμφοκυττάρων που παράγονται από το ανοσοποιητικό σύστημα ως απόκριση σε ένα αντιγόνο. Τυπικά, παραμένουν στον οργανισμό (στους λεμφαδένες, στα όργανα, στο μυελό των οστών ή στην κυκλοφορία του αίματος) για μήνες ή χρόνια, ανάλογα με το εκάστοτε αντιγόνο.

Μία έρευνα που δημοσιεύτηκε τον περασμένο μήνα διαπίστωσε ότι τα Β λεμφοκύτταρα έχουν την ικανότητα να δημιουργήσουν αντισώματα ειδικά για ένα νέο στέλεχος, αν ένας ασθενής με ανοσία εκτεθεί στο στέλεχος αυτό.

Τα Β λεμφοκύτταρα μνήμης, επομένως, κατά την αντιμετώπιση ενός μεταλλαγμένου στελέχους, δεν θα παρασκευάσουν αντισώματα για το αρχικό στέλεχος, αλλά για το νέο.

Έρευνες έχουν δείξει επίσης ότι η διάρκεια ζωής των Β λεμφοκυττάρων για την COVID-19 φαίνεται να είναι αρκετά μεγάλη, καθώς ανιχνεύονται στο αίμα των ασθενών για τουλάχιστον 8 μήνες μετά τη λοίμωξη.

Προς το παρόν η διάρκεια της ανοσίας από τα Τ και Β λεμφοκύτταρα δεν έχει ακόμα προσδιοριστεί, ωστόσο έρευνες σε άλλους ιούς έχουν δείξει ότι μπορεί να διατηρηθεί για αρκετά χρόνια.

Στην ιλαρά, για παράδειγμα, Τ λεμφοκύτταρα ανιχνεύονται ακόμα και 34 χρόνια μετά τον εμβολιασμό.

Θα Χρειαστεί Ενισχυτική Δόση σε Όσους Έκαναν το Εμβόλιο της Johnson & Johnson;

Προς το παρόν, φαίνεται ότι όσοι έκαναν το μονοδοσικό εμβόλιο της Johnson & Johnson δεν θα χρειαστούν ακόμα ενισχυτική δόση με τα εμβόλια mRNA της Pfizer/BioNTech ή της Moderna.

Αυτή τη στιγμή δεν έχουν παρατηρηθεί περισσότερες λοιμώξεις από τα νεότερα στελέχη σε άτομα που έκαναν το εμβόλιο της Johnson & Johnson συγκριτικά με αυτούς που έκαναν άλλα εμβόλια.

Γνωρίζουμε σήμερα ότι τα αντισώματα πάντοτε μειώνονται σταδιακά μετά τον εμβολιασμό, επομένως αν εκτιμούσαμε τη διάρκεια της ανοσίας αποκλειστικά με βάση τα επίπεδα των αντισωμάτων, τότε θα έπρεπε να κάνουμε συνέχεια ενισχυτικές δόσεις.

Προφανώς, η ανοσία δεν περιορίζεται στα αντισώματα, καθώς τα Τ και Β λεμφοκύτταρα παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο.

Τελευταία δεδομένα έδειξαν ότι το εμβόλιο της Johnson & Johnson προκαλεί ισχυρή ανοσιακή απόκριση Τ και Β λεμφοκυττάρων, αλλά και αντισωμάτων, η οποία είναι ικανή να προστατεύσει και από τα νεότερα στελέχη του ιού, μεταξύ των οποίων και το στέλεχος Δέλτα.

Προς το παρόν, αυτοί που ίσως χρειαστούν ενισχυτικές δόσεις είναι μόνο οι ανοσοκατεσταλμένοι ή άλλοι ασθενείς που δεν παρουσίασαν ικανοποιητική ανοσιακή απόκριση μετά τη χορήγηση του εμβολίου.

Προφανώς, η επιστημονική κοινότητα συνεχίζει να παρακολουθεί τις μεταβολές της ανοσιακής απόκρισης στα εμβολιασμένα άτομα, επομένως σύντομα θα γνωρίζουμε αν κάποια ομάδα ασθενών θα χρειαστεί ενισχυτικές δόσεις.

Αν αρχίσουν αν εμφανίζονται νέες λοιμώξεις σε άτομα που έχουν εμβολιαστεί, τότε μπορεί να εξεταστεί εκ νέου το ενδεχόμενο χορήγησης ενισχυτικών δόσεων. Σύμφωνα με αρκετούς γιατρούς, η χορήγηση ενισχυτικών δόσεων θα πρέπει να γίνει μόνο όταν αρχίσουμε να βλέπουμε νοσηλείες σε εμβολιασμένα άτομα, κάτι που προς το παρόν δεν συμβαίνει.