Η σοβαρότητα της νόσησης από την COVID-19 φαίνεται ότι συνδέεται με μία ομάδα λευκών αιμοσφαιρίων που λέγονται κοκκιοκύτταρα. Τα κύτταρα αυτά αποτελούν κομμάτι του ανοσοποιητικού συστήματος και, σε συνδυασμό με ορισμένους γνωστούς βιοδείκτες του αίματος, μπορούν να προβλέψουν τη σοβαρότητα της νόσησης από COVID-19. Στο παραπάνω συμπέρασμα κατέληξε μία μεγάλη μελέτη από το ινστιτούτο Karolinska της Σουηδίας η οποία δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Proceedings of the National Academy of Sciences. Όπως υποστήριξαν οι επιστήμονες, η παρατήρηση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε νέες εξατομικευμένες θεραπείες για την COVID-19.

Τα κοκκιοκύτταρα είναι μία οικογένεια λευκών αιμοσφαιρίων που περιλαμβάνουν τα ουδετερόφιλα, τα ηωσινόφιλα και τα βασεόφιλα. Τα παραπάνω κύτταρα απαρτίζουν το σύστημα της φυσικής ανοσίας, που αποτελεί την πρώτη γραμμή άμυνας του οργανισμού ενάντια στους εξωτερικούς εισβολείς (παθογόνα). Σήμερα έχουν γίνει αρκετές έρευνες οι οποίες εξέτασαν διάφορα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος, ωστόσο καμία από αυτές δεν εξέτασε τα κοκκιοκύταρα και το ρόλο τους στην COVID-19 λοίμωξη.

Στα πλαίσια της μελέτης τους, οι επιστήμονες του ινστιτούτου Karolinska εξέτασαν τα χαρακτηριστικά των κοκκιοκυττάρων σε δείγματα αίματος από 26 ασθενείς με COVID-19 που νοσηλεύτηκαν στο Karolinska University Hospital. Οι επιστήμονες έκαναν επίσης εξετάσεις αίματος στους ασθενείς 4 μήνες μετά το εξιτήριό τους από το νοσοκομείο και συνέκριναν τα αποτελέσματά τους με αυτά ασθενών που δεν είχαν ιστορικό COVID-19.

«Η έρευνά μας έδειξε ότι τα χαρακτηριστικά των κοκκιοκυττάρων είναι διαφορετικά στους ασθενείς με COVID-19 γεγονός που συνδέεται με σοβαρότερη νόσηση», υποστήριξε η επικεφαλής της έρευνας, Magda Lourda.

Συνδυάζοντας τα χαρακτηριστικά των κοκκιοκυττάρων με βιοδείκτες του αίματος που χρησιμοποιούνται ευρέως, όπως η C-αντιδρώσα πρωτεΐνη (CRP) και η κρεατινίνη, είναι δυνατό να προβλέψουμε την πορεία της νόσου, καθώς και τα κλινικά χαρακτηριστικά της νόσου, όπως η λειτουργία του αναπνευστικού και η ανεπάρκεια πολλαπλών οργάνων.

«Η παραπάνω παρατήρηση θα πρέπει να εξεταστεί με προσοχή, ιδιαίτερα αν αναλογιστούμε το περιορισμένο δείγμα της μελέτης μας. Ωστόσο, ελπίζουμε ότι οι παραπάνω δείκτες μπορούν να χρησιμοποιηθούν έτσι ώστε να προβλεφθεί η σοβαρότητα της νόσησης, με αποτέλεσμα να χορηγούνται πιο εξατομικευμένες θεραπείες», κατέληξε η Lourda.

Η έρευνα αποτελεί μέρος του Karolinska KI/K COVID-19 Immune Atlas project, το οποίο ξεκίνησε τον Απρίλιο του 2020 και έχει ως στόχο να εξετάσει με λεπτομέρεια την ανοσιακή απόκριση των ασθενών που νοσηλεύονται με μέτρια ή σοβαρή COVID-19.