Οι β-αποκλειστές ή β-αδρενεργικοί αποκλειστές είναι μία κατηγορία φαρμάκων που χρησιμοποιούνται στην αντιμετώπιση της υπέρτασης, της αρρυθμίας και άλλων καρδιακών παθήσεων. Αν και δεν έχουν εγκριθεί για το σκοπό αυτό, ορισμένοι χρησιμοποιούν τα φάρμακα αυτή στην αντιμετώπιση των συμπτωμάτων του άγχους, καθώς επηρεάζουν τον τρόπο που ο οργανισμός αποκρίνεται στην επινεφρίνη.

Αρκετοί γιατροί χορηγούν β-αποκλειστές σε ασθενείς που δεν αποκρίνονται επαρκώς ή έχουν αντενδείξεις στις τυπικές θεραπείες για την αντιμετώπιση του άγχους.

Ορισμένοι ασθενείς επιλέγουν να ξεκινήσουν μόνοι τους θεραπεία με β-αποκλειστές για την αντιμετώπιση του άγχους, ωστόσο αυτή η στρατηγική είναι επικίνδυνη και πρέπει να αποφεύγεται. Η διαταραχή μετατραυματικού στρες, οι φοβίες και η διαταραχή πανικού αποτελούν στο σύνολό τους σοβαρές νόσους και πρέπει να αντιμετωπίζονται με την κατάλληλη θεραπεία. Αν και οι β-αποκλειστές έχουν χρησιμότητα στην αντιμετώπιση ορισμένων διαταραχών που σχετίζονται με το άγχος, πρέπει πάντοτε να λαμβάνονται μόνο μετά από εντολή γιατρού.

Μηχανισμός Δράσης

Οι β-αποκλειστές ή β-αδρενεργικοί ανταγωνιστές αποκλείουν τη δράση της επινεφρίνης ή αδρεναλίνης στους β υποδοχείς.

Η επινεφρίνη είναι μία ορμόνη και νευροδιαβιβαστής που παίζει σημαντικό ρόλο στην απόκριση fight-or-flight του οργανισμού, η οποία συνδέεται με το άγχος. Ο περιορισμός της δράσης της μπορεί επομένως να μειώσει την ένταση του άγχους.

Οι β-αποκλειστές βοηθούν στην αντιμετώπιση των καρδιακών παθήσεων καθώς προκαλούν διαστολή στα αιμοφόρα αγγεία, μειώνοντας έτσι την αρτηριακή πίεση. Η παραπάνω δράση έχει επίσης χρησιμότητα στη ρύθμιση και επιβράδυνση του καρδιακού ρυθμού.

Αρκετοί ασθενείς που υποφέρουν από άγχος παρουσιάζουν ταχυκαρδία. Αλλάζοντας τον τρόπο απόκρισης του οργανισμού στο άγχος, οι β-αποκλειστές μπορεί να μειώσουν την ένταση των συμπτωμάτων και να περιορίσουν τις φυσικές επιδράσεις.

Νέα δεδομένα δείχνουν ότι ορισμένοι β-αποκλειστές μπορεί να αλλάξουν επίσης τον τρόπο με τον οποίο ο οργανισμός ανακαλεί και αποκρίνεται σε ενθυμήσεις που προκαλούν φόβο. Η παρατήρηση αυτή ουσιαστικά δείχνει ότι το φάρμακο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία της διαταραχής μετατραυματικού στρες αλλά και για τις φοβίες. Αυτό είναι κάτι που, ωστόσο, πρέπει να επιβεβαιωθεί από μελλοντικές έρευνες.

Οφέλη

Οι β-αποκλειστές έχουν διαφορετικό μηχανισμό δράσης από τα παραδοσιακά αγχολυτικά φάρμακα, γεγονός που τα καθιστά μία καλή επιλογή για όσους αναζητούν ταχεία ανακούφιση από τα συμπτώματα του άγχους.

Τα φάρμακα αυτά μπορούν να προσφέρουν οφέλη καθώς:

  • Δρουν ταχέως, γεγονός που τα καθιστά ιδανικά για όσους αναζητούν γρήγορη ανακούφιση από τα συμπτώματα
  • Είναι αποτελεσματικά στην αντιμετώπιση του οξέος άγχους
  • Μπορούν να μειώσουν την αρτηριακή πίεση και τον καρδιακό ρυθμό, ανακουφίζοντας από τα φυσικά συμπτώματα
  • Αποτελούν εναλλακτική επιλογή για τους ασθενείς που παρουσιάζουν σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες από τα αγχολυτικά φάρμακα
  • Αποτελούν επιλογή για τους ασθενείς που πάσχουν από αγχώδεις διαταραχές σε συνδυασμό με υπέρταση ή άλλα καρδιακά προβλήματα
  • Μειώνουν τον τρόμο, ενισχύοντας την αυτοπεποίθηση των ασθενών με αγχώδεις διαταραχές

Διάφορα φάρμακα χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση του άγχους. Αυτά που χρησιμοποιούνται συχνότερα είναι οι βενζοδιαζεπίνες, στις οποίες περιλαμβάνεται η αλπραζολάμη (Xanax).

Τα φάρμακα αυτά είναι αποτελεσματικά στους περισσότερους ανθρώπους, ωστόσο μπορεί να προκαλέσουν εθισμό. Επίσης, παρουσιάζουν αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα και μπορεί να προκαλέσουν υπνηλία ή ληθαργικότητα.

Ορισμένα αντικαταθλιπτικά, μεταξύ των οποίων και οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRIs), μπορούν επίσης να αντιμετωπίσουν το χρόνιο άγχος στις αγχώδεις διαταραχές. Ωστόσο, τα φάρμακα αυτά χρειάζονται αρκετές εβδομάδες μέχρι να δράσουν, γεγονός που περιορίζει τη χρησιμότητά τους στην αντιμετώπιση του οξέος άγχους.

Αποτελεσματικότητα

Διάφορες έρευνες έχουν δείξει ότι, παρά το γεγονός ότι οι β-αποκλειστές δεν έχουν εγκριθεί για την αντιμετώπιση του άγχους, μπορούν να περιορίσουν αρκετά από τα φυσικά συμπτώματά του.

Οι συγγραφείς μίας μελέτης του 2015 τόνισαν ότι οι β-αποκλειστές χρησιμοποιούνται κυρίως για την αντιμετώπιση των φυσικών συμπτωμάτων του άγχους, όπως η ταχυκαρδία και ο τρόμος, και δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τα ψυχολογικά συμπτώματα.

Μία μετα-ανάλυση του 2016 συνέκρινε την προπρανολόλη (ένα β-αποκλειστή) με τις βενζοδιαζεπίνες, μία κοινή πρώτης γραμμής θεραπεία για την αντιμετώπιση του άγχους. Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι και τα δύο παραπάνω φάρμακα μπορούν να αντιμετωπίσουν τη διαταραχή πανικού και την αγοραφοβία, ωστόσο η προπρανολόλη ήταν λιγότερο απότελεσματική από τις βενζοδιαζεπίνες. Αυτό ουσιαστικά δείχνει ότι δεν υπάρχει λόγος να δοκιμάζονται οι β-αποκλειστές πριν τις βενζοδιαζεπίνες στους περισσότερους ανθρώπους.

Η ίδια ανάλυση διαπίστωσε ότι η προπρανολόλη δεν βελτιώνει τα συμπτώματα της διαταραχής μετατραυματικού στρες. Αντίθετα με κάποιες προηγούμενες έρευνες, οι ερευνητές παρατήρησαν ότι το φάρμακο δεν αλλάζει τον τρόπο που ο εγκέφαλος διαχειρίζεται τις τραυματικές μνήμες.

Κατηγορίες

Αν και οι β-αποκλειστές στο σύνολό τους αλλάζουν την απόκριση των β-υποδοχέων στην επινεφρίνη, πρακτικά χωρίζονται σε δύο κατηγορίες:

  • Μη Εκλεκτικοί β-Αποκλειστές: Τα φάρμακα αυτά αποκλείουν την πρόσδεση της επινεφρίνης στους β-υποδοχείς του οργανισμού (β-1 και β-2 αδρενεργικοί υποδοχείς).
  • Εκλεκτικοί β-Αποκλειστές: Τα φάρμακα αυτά αποκλείουν την πρόδεση της επινεφρίνης στους β-υποδοχείς της καρδιάς. Στοχεύουν εκλεκτικά τους β-1 υποδοχείς. Σε υψηλότερες δόσεις, μπορεί να γίνουν λιγότερο εκλεκτικοί να επηρεάσουν επίσης τους β-2 υποδοχείς.

Ανεπιθύμητες Ενέργειες

Διάφορες ανεπιθύμητες ενέργειες από τη χρήση των β-αποκλειστών περιλαμβάνουν:

  • Εξανθήματα και άλλες δερματικές αντιδράσεις
  • Βραδυκαρδία μετά τη διακοπή του φαρμάκου
  • Αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών από τις αναισθησίες
  • Χαμηλή αρτηριακή πίεση
  • Γαστρεντερικά προβλήματα, όπως η διάρροια και η ναυτία
  • Ακράτεια

Όπως συμβαίνει και με κάθε άλλο φάρμακο είναι δυνατό να παρουσιαστεί σοβαρή αλλεργική αντίδραση από τους β-αποκλειστές. Αν μετά τη λήψη ενός β-αποκλειστή παρουσιάσετε δύσπνοια, απώλεια συνείδησης ή άλλα αιφνίδια σοβαρά συμπτώματα, μεταβείτε άμεσα στα επείγοντα ενός νοσοκομείου.

Κίνδυνοι

Οι β-αποκλειστές δεν πρέπει ποτέ να λαμβάνονται χωρίς συνταγή γιατρού, καθώς υπάρχει σημαντικός κίνδυνος υπερβολικής δόσης αλλά και άσκοπης χρήσης.

Η λήψη των φαρμάκων χωρίς την οδηγία γιατρού ενέχει και άλλους κινδύνους όπως:

  • Επιδείνωση μίας άλλης νόσου
  • Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα
  • Απουσία ανακούφισης από τα συμπτώματα

Οι β-αποκλειστές δεν πρέπει ποτέ να λαμβάνονται από ασθενείς με καρδιογενή καταπληξία, βρογχικό άσθμα, ορισμένες μορφές καρδιακής απόφραξης και φλεβοκομβική βραδυκαρδία. Μπορεί να περιορίσουν επίσης τα συμπτώματα της υπογλυκαιμίας στους ασθενείς με διαβήτη, γεγονός που καθιστά δύσκολο τον προσδιορισμό της κατάλληλης δόσης ινσουλίνης.

Οι β-αποκλειστές μπορεί επίσης να προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα σε ασθενείς που πάσχουν από υπόταση.