Πάνω από το 50% των ενηλίκων σήμερα παίρνει ένα συμπλήρωμα βιταμινών. Αρκετοί άνθρωποι ξεκινούν την ημέρα τους λαμβάνοντας μία σειρά από πολύχρωμα συμπληρώματα που περιέχουν βιταμίνη Α, C, D, ασβέστιο, μαγνήσιο ή άλλες ουσίες. Δεδομένα από τις ΗΠΑ έχουν δείξει ότι οι περισσότεροι άνθρωποι αποφεύγουν πλέον τα συμπληρώματα πολυβιταμινών και προτιμούν συμπληρώματα που περιέχουν ειδικές ουσίες, με συχνότερα τα ιχθυέλαια και τη βιταμίνη D. Τα περισσότερα από τα συμπληρώματα αυτά λαμβάνονται μάλιστα χωρίς να έχει δοθεί σχετική οδηγία από τον γιατρό. Σύμφωνα με μία ανάλυση του 2016, λιγότερο από το 25% των συμπληρωμάτων λαμβάνονται κατ’εντολή γιατρού.

Τα περισσότερα από τα συμπληρώματα αυτά δεν είναι επιβλαβή για την υγεία, παρά μόνο για την τσέπη μας. Για τους ασθενείς με διατροφικές ανεπάρκειες, τα συμπληρώματα αυτά προσφέρουν σημαντικά οφέλη. Όταν, ωστόσο, οι δόσεις των παραπάνω ξεπερνούν τη συνιστώμενη ημερήσια ποσότητα, μπορεί να είναι επιβλαβείς. Ένα παράδειγμα προέρχεται από μία πρόσφατη μελέτη που παρατήρησε σύνδεση ανάμεσα στην αυξημένη κατανάλωση βιταμινών Β και τον κίνδυνο καταγμάτων του ισχίου.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε το Μάιο και εξέτασε την πρόσληψη βιταμινών σε 76.000 γυναίκες που βρίσκονται στην εμμηνόπαυση και είχαν λάβει μέρος στο Nurses’ Health Study. Όπως διαπίστωσε η μελέτη, αυτές που έπαιρναν υψηλές δόσεις βιταμίνης Β6 (πάνω από 35mg την ημέρα) σε συνδυασμό με βιταμίνη Β12 (πάνω από 20 μg), είχαν σχεδόν 50% αυξημένο κίνδυνο καταγμάτων του ισχίου σε σχέση με αυτές που έπαιρναν χαμηλότερες δόσεις ή απέφευγαν εντελώς τα συγκεκριμένα συμπληρώματα. Οι υψηλές δόσεις της βιταμίνης Β6 (χωρίς βιταμίνη Β12) επίσης συνδέθηκαν με αυξημένο κίνδυνο.

Η έρευνα ουσιαστικά επιβεβαίωσε τις παρατηρήσεις μίας μεγαλύτερης μελέτης από τη Νορβηγία που δημοσιεύτηκε το 2017 και εξέτασε αν οι παραπάνω βιταμίνες και το φολικό οξύ μπορούν να περιορίσουν τον κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου και εγκεφαλικού επεισοδίου σε ασθενείς με στένωση των αγγείων. Όπως αποδείχθηκε, τα παραπάνω συμπληρώματα δεν μείωναν τον κίνδυνο των καρδιαγγειακών συμβαμάτων, αλλά σε υψηλές δόσεις αύξαναν τον κίνδυνο καταγμάτων του ισχίου.

«Τα αποτελέσματα των δύο ερευνών είναι αρκετά σαφή», σύμφωνα με τον Χάακον Μέιερ, καθηγητή επιδημιολογίας και προληπτικής ηιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Όσλο, ο οποίος ήταν επικεφαλής και στις δύο έρευνες.

Ο μηχανισμός στο οποίο αποδίδονται οι παραπάνω επιδράσεις είναι, ωστόσο, άγνωστος. Ο Μέιερ πρότεινε δύο πιθανές οδούς. Η υπερβολική βιταμίνη Β6 μπορεί να είναι τοξική για το νευρικό σύστημα, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο πτώσεων και καταγμάτων του ισχίου. Οι νοσηλεύτριες που έκαναν την υψηλότερη κατανάλωση έπαιρναν 20-30 φορές υψηλότερη ποσότητα από τη μέγιστη συνιστώμενη δόση, όπως σημείωσε. «Πιστεύαμε ότι οι δόσεις που χρειάζονται για να παρατηρηθούν οι ανεπιθύμητες ενέργειες θα ήταν υψηλότερες, ωστόσο δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι». Μία άλλη θεωρία είναι ότι η βιταμίνη Β6 ανταγωνίζεται με τα οιστρογόνα στην πρόδεση των στεροειδών υποδοχέων, γεγονός που εμποδίζει τη δράση της ορμόνης στην υγεία των οστών. Ο επιστήμονας δήλωσε, ωστόσο, ότι και οι δύο θεωρίες χρειάζονται επιβεβαίωση από μελλοντικές έρευνες.

Τα ευρήματα σχετικά με τις βιταμίνες Β μάς θυμίζουν μία έρευνα που έγινε πριν σχεδόν 20 χρόνια και συνέδεσε την αυξημένη κατανάλωση βιταμίνης A (ρετινόλη) με τα κατάγματα του ισχίου. Η έρευνα αυτή δημοσιεύτηκε το 2002 και χρησιμοποίησε επίσης δεδομένα από το Nurses’ Health Study. Ο Γουόλτερ Γουίλετ, καθηγητής διατροφολογίας και επιδημιολογίας στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, τόνισε ότι η απόκριση της βιομηχανίας των συμπληρωμάτων μετά τη δημοσίευση της παραπάνω έρευνας ήταν άμεση. Οι περισσότερες εταιρίες μείωσαν την ποσότητα της βιταμίνης Α στα συμπληρώματά τους με αποτέλεσμα «να προληφθεί ένας μεγάλος αριθμός καταγμάτων». Ο Γουίλετ, ο οποίος συνέγραψε τη νέα έρευνα σε συνεργασία με τον Μέιερ, τόνισε ότι πιθανώς κάτι ανάλογο πρέπει να γίνει για τις βιταμίνες Β6 και Β12. Το 10-30% των ενηλίκων άνω των 50 ετών χρειάζονται συμπληρώματα βιταμίνης Β12, εξ’αιτίας της μειωμένης απορρόφησης σε αυτές τις ηλικίες. Ο Μέιερ πρόσθεσε ότι η αυξημένη κατανάλωση μόνο της βιταμίνης Β12 δεν σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο καταγμάτων.

Το συμπέρασμα είναι ότι οι βιταμίνες και τα μέταλλα είναι απαραίτητα για την υγεία, ωστόσο δεν πρέπει να γίνονται υπερβολές στην κατανάλωσή τους. Έρευνες έχουν δείξει, για παράδειγμα, ότι η κατανάλωση υψηλών δόσεων β καροτίνης (μίας πρόδρομης μορφής της βιταμίνης Α) επιταχύνει την εμφάνιση καρκίνου του πνεύμονα στους καπνιστές, παρά το γεγονός ότι η ουσία έχει γενικά αντικαρκινικές ιδιότητες. Η κατανάλωση των βιταμινών φαίνεται ότι αποτελεί ένα ιδιαίτερα σύνθετο ζήτημα. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι η βιταμίνη Β6 εμπλέκεται σε περισσότερες από 100 διαφορετικές αντιδράσεις ενζύμων. Αυτός είναι πιθανώς ο λόγος που αρκετές λογικές χρήσεις της βιταμίνης καταλήγουν σε απογοητευτικά αποτελέσματα. Για παράδειγμα, παρά το γεγονός ότι τα χαμηλά επίπεδα της βιταμίνης D σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου και εγκεφαλικού επεισοδίου, τα συμπληρώματα της βιταμίνης D συνήθως δεν προσφέρουν οφέλη στην πρόληψη των παραπάνω συμβαμάτων, σύμφωνα με μία έρευνα του 2019.

Η χρήση συμπληρωμάτων είναι απαραίτητη όταν υπάρχει ανεπάρκεια των βιταμινών στη διατροφή μας. Όπως κατέληξε ο Γουίλετ, αυτοί που λαμβάνουν τα περισσότερα συμπληρώματα είναι συνήθως άνθρωποι με υψηλό μορφωτικό επίπεδο και υγιεινή διατροφή, δηλαδή αυτοί που τα χρειάζονται λιγότερο.

Βιβλιογραφία: Scientific American

Φωτογραφία: Shannon Kringen