Αρχική Ενημέρωση Κορονοϊός Μπορεί ο Βαθμός της Έκθεσης στον SARS-CoV-2 να Επηρεάσει τη Σοβαρότητα της...

Μπορεί ο Βαθμός της Έκθεσης στον SARS-CoV-2 να Επηρεάσει τη Σοβαρότητα της Νόσησης;

0

Οι επαγγελματίες υγείας έρχονται σε επαφή με αρκετούς ασθενείς που νοσούν από COVID-19 καθημερινά. Η αλληλεπίδραση αυτή σημαίνει, θεωρητικά, ότι θα εκτεθούν σε υψηλότερες ποσότητες του ιού μακροπρόθεσμα. Τι σημαίνει όμως αυτό για τον κίνδυνο λοίμωξης από τον ιό; Τι μας έχουν δείξει τα διαθέσιμα μέχρι σήμερα δεδομένα;

Γνωρίζουμε ότι για κάποιες λοιμώξεις, η ποσότητα του ιού στην οποία εκτιθέμεθα συνδέεται άμεσα με τη σοβαρότητα της νόσου. Ένα καλό παράδειγμα του παραπάνω φαινομένου είναι η γρίπη. Μία έρευνα του 2015 από τις ΗΠΑ έδειξε ότι όσο υψηλότερη είναι η έκθεση υγιών εθελοντών στον ιό της γρίπης, τόσο σοβαρότερα είναι τα συμπτώματα που παρουσιάζουν. Οι ιοί είναι μικροσκοπικά σωματίδια που πρέπει να εισέλθουν στα κύτταρα προκειμένου να πολλαπλασιαστούν, επομένως θεωρητικά, όσο περισσότερα είναι τα αρχικά σωματίδια, τόσο περισσότερα κύτταρα θα μολυνθούν.

Ωστόσο, οι ιοί πολλαπλασιάζονται εκθετικά. Μόλις ένα κύτταρο που έχει μολυνθεί μπορεί να παράξει εκατοντάδες ή ακόμα και χιλιάδες νέους ιούς. Αυτό σημαίνει ότι για ορισμένους ιούς, ακόμα και μία μικρή ποσότητα έκθεσης αρκεί για να προκαλέσει λοίμωξη. Για παράδειγμα, για το 50% του πληθυσμού, χρειάζονται μόλις 18 σωματίδια νοροϊού για να προκληθεί λοίμωξη. Η ποσότητα αυτή αρκεί για να προκαλέσει την τυπική συμπτωματολογία της νόσου που περιλαμβάνει έμετο και διάρροια. Στις λοιμώξεις αυτές, ο ιός πολλαπλασιάζεται τόσο γρήγορα που η αρχική δόση είναι ουσιαστικά αδιάφορη.

Τι ισχύει όμως για τον SARS-CoV-2; Η αρχική ποσότητα σχετίζεται με τη σοβαρότητα της νόσου; Προς το παρόν, η απάντηση είναι ότι δεν γνωρίζουμε. Ο μόνος τρόπος να δοθεί σαφής απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι να γίνουν «πειραματικές μελέτες πρόκλησης», οι οποίες περιλαμβάνουν εσκεμμένη μόλυνση υγιών εθελοντών με σκοπό να εξεταστεί η νόσος και η θεραπεία της. Καθώς, ωστόσο, ο COVID-19 είναι μία δυνητικά σοβαρή νόσος, δεν είναι εύκολο να γίνουν τέτοιου είδους έρευνες.

Μόλις ένας ασθενής μολυνθεί, είναι σχετικά απλο να υπολογίσουμε την ποσότητα του ιού που παράγει, δηλαδή το ιικό του φορτίο. Αυτό συμβαίνει γιατί η διαγνωστική εξέταση για τον κορονοϊό είναι ποσοτική. Αντί για θετικό ή αρνητικό αποτέλεσμα, οι διαγνωστικές εξετάσεις καταλήγουν σε μία τιμή από το 0 μέχρι το 40. Ο αριθμός αυτός λέγεται Ct value.

Όσο χαμηλότερη είναι η παραπάνω τιμή, τόσο μεγαλύτερη είναι η ποσότητα του ιού που έχει ένας ασθενής. Οι τιμές κάτω από 15 αντιπροσωπεύουν πολύ υψηλά επίπεδα του ιού, ενώ οι τιμές πάνω από 35 συνδέονται συνήθως με χαμηλές ποσότητες.

Επί απουσίας σαφών δεδομένων, αρκετές ερευνητικές ομάδες έχουν προσπαθήσει να διαπιστώσουν αν ένα υψηλό ιικό φορτίο συνδέεται με σοβαρότερη νόσηση. Μία έρευνα από την Κίνα έδειξε ότι δεν υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στην ποσότητα του ιού που εκτίθεται ένας ασθενής και τη σοβαρότητα της λοίμωξης. Μία άλλη έρευνα έδειξε ότι οι ασθενείς με ηπιότερη νόσηση έχουν χαμηλότερα επίπεδα του ιού.

Άλλοι Παράγοντες που Πρέπει να Εξετάσουμε

Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι η ποσότητα του ιού που απαιτείται προκειμένου να γίνει η λοίμωξη είναι μόλις ένα μέρος της εξίσωσης. Η αντίδραση του οργανισμού στην ποσότητα αυτή έχει τεράστια σημασία. Αυτό συμβαίνει γιατί η ανοσιακή απόκριση σε έναν ιό μπορεί να είναι τόσο ωφέλιμη όσο και επιβλαβής για την υγεία. Εφόσον το ανοσοποιητικό σύστημα δεν ενεργοποιηθεί επαρκώς, ο ιός μπορεί να πολλαπλασιαστεί ταχύτερα. Αντιθέτως, αν το ανοσοποιητικό σύστημα ενεργοποιηθεί υπερβολικά, μπορεί να προκαλέσει βλάβες σε υγιείς ιστούς.

Υπάρχει μία μεγάλη λίστα παθήσεων που αυξάνουν την πιθανότητα σοβαρής νόσησης από COVID-19, από το διαβήτη μέχρι την υπέρταση. Τι συμβαίνει όμως με παράγοντες όπως η εξάντληση και το έντονο στρες; Γνωρίζουμε ότι οι εργαζόμενοι στις πρώτες γραμμές της μάχης ενάντια στον SARS-COV-2 αντιμετωπίζουν σημαντικές προκλήσεις αυτές τις ημέρες. Μπορεί αυτό να επηρεάσει την ευαισθησία τους στον ιό;

Προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι η στέρηση του ύπνου μπορεί να επηρεάσει τον κίνδυνο λοίμωξης από ρονοϊούς, δηλαδή την οικογένεια των ιών που ενοχοποιείται για το κοινό κρυολόγημα. Μία ομάδα επιστημόνων από το Pittsburgh της Πεννσυλβάνια εξέτασε το πρόγραμμα ύπνου 164 εθελοντών για μία εβδομάδα και στη συνέχεια τους εξέθεσε σε ρινοϊούς. Αυτοί που είχαν διάρκεια ύπνου κάτω από 5 ώρες κάθε βράδυ είχαν σημαντικά αυξημένη πιθανότητα να παρουσιάσουν κοινό κρυολόγημα σε σχέση με αυτούς που είχαν διάρκεια ύπνου πάνω από 7 ώρες.

Δεν γνωρίζουμε αν τα παραπάνω ευρήματα αφορούν και τον SARS-CoV-2, καθώς ο νέος κορονοϊός διαφέρει σημαντικά από τους ρινοϊούς. Ωστόσο, είναι λογικό να υποθέσουμε ότι η ανοσιακή απόκριση των επαγγελματιών υγείας που κάνουν υπερωρίες δεν θα είναι εξίσου ισχυρή με αυτή ενός ατόμου που ξεκουράζεται κανονικά. Η παραπάνω θεωρία μπορεί πιθανώς να εξηγήσει γιατί οι εργαζόμενοι στις πρώτες γραμμές της μάχης κατά του COVID-19 παρουσιάζουν υψηλά ποσοστά νόσησης.

Παρά το γεγονός ότι ακόμη υπάρχουν αρκετά που δεν γνωρίζουμε για τον COVID-19, είναι σημαντικό για τους επαγγελματίες υγείας να ελαχιστοποιήσουν την έκθεσή τους στον ιό στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό. Ο προστατευτικός εξοπλισμός και η εφαρμογή των υπολοίπων μέτρων ατομικής προστασίας είναι επιβεβλημένη.

Βιβλιογραφία: The Conversation

Exit mobile version