Αρχική Ενημέρωση Κορονοϊός COVID-19: Αυξημένος ο Κίνδυνος Θρομβωτικών Συμβαμάτων Αρκετούς Μήνες μετά τη Λοίμωξη

COVID-19: Αυξημένος ο Κίνδυνος Θρομβωτικών Συμβαμάτων Αρκετούς Μήνες μετά τη Λοίμωξη

0
covid-19-afximenos-o-kindynos-thromvotikon-symvamaton-arketous-mines-meta-ti-loimoxi

Ο κίνδυνος θρομβώσεων παραμένει αυξημένος για αρκετούς μήνες μετά την ανάρρωση από την COVID-19, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας μεγάλης μελέτης από τη Σουηδία.

Εξετάζοντας περισσότερους από 1 εκατομμύριο ασθενείς που είχαν θετικές εξετάσεις για τον ιό SARS-CoV-2, οι επιστήμονες της μελέτης διαπίστωσαν ότι ο κίνδυνος πνευμονικής εμβολής ήταν 33 φορές υψηλότερος σε σχέση με αυτόν μίας ομάδας ελέγχου με παρόμοια χαρακτηριστικά. Αντίστοιχα, ο κίνδυνος εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης ήταν 5 φορές υψηλότερος και  ο κίνδυνος αιμορραγίας ήταν σχεδόν διπλάσιος, όπως αναφέρει η μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό BMJ.

«Η έρευνά μας διαπίστωσε αυξημένο κίνδυνο εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης για 3 μήνες μετά τη διάγνωση της COVID-19, αυξημένο κίνδυνο πνευμονική εμβολής για 6 μήνες και αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας για τουλάχιστον 2 μήνες. Ο κίνδυνος των παραπάνω επιπλοκών ήταν περισσότερο αυξημένος σε όσους νοσηλεύτηκαν για COVID-19 και σημαντικά αυξημένος σε όσους χρειάστηκαν εισαγωγή στη ΜΕΘ κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τους», αναφέρουν οι συγγραφείς.

Οι επιπλοκές της COVID-19 λοίμωξης στην καρδιά είχαν βρεθεί στο παρελθόν στο επίκεντρο του επιστημονικού ενδιαφέροντος, ωστόσο προηγούμενες μελέτες που εξέτασαν τον κίνδυνο φλεβικής θρομβοεμβολής δεν είχαν καταλήξει σε σαφή αποτελέσματα, σύμφωνα με τους συγγραφείς της παρούσας μελέτης.

«Τα αποτελέσματά μας υποστηρίζουν τη χορήγηση θρομβοπροφυλακτικής αγωγής για την πρόληψη των θρομβωτικών συμβαμάτων, ιδιαίτερα στους ασθενείς που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες», τόνισαν.

Μία ενδιαφέρουσα παρατήρηση της έρευνας ήταν ότι οι ασθενείς που παρουσίασαν ήπια συμπτώματα από τον ιό δεν είχαν αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας σε σχέση με την ομάδα ελέγχου που εξετάστηκε στη μελέτη.

Σε ένα άρθρο που συνόδευσε τα αποτελέσματα της έρευνας, οι Frederick Ho, PhD και Jill Pell, MD, από το Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης στη Σκωτία, υποστήριξαν ότι καθώς ο κίνδυνος θρομβοεμβολισμού και αιμορραγίας ήταν υψηλότερος στους ασθενείς με σοβαρά συμπτώματα COVID-19, ο εμβολιασμός μπορεί ίσως να περιορίσει τον κίνδυνο των επιπλοκών αυτών καθώς περιορίζει τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων που εμφανίζονται στους ασθενείς.

Τόνισαν επίσης ότι τα αποτελέσματα της έρευνας έχουν ιδιαίτερη σημασία σε μία περίοδο όπου το 65% του παγκοσμίου πληθυσμού έχει ήδη εμβολιαστεί και η αποτελεσματικότητα των εμβολίων έχει περιοριστεί μετά την εμφάνιση του στελέχους Όμικρον.

«Καθώς αυτή τη στιγμή μεταβαίνουμε πλέον σε μία περίοδο όπου αποδεχόμαστε πλέον ότι ο SARS-CoV-2 θα συνεχίσει να κυκλοφορεί στην κοινότητα, είναι σημαντικό να παρακολουθούμε τις επιπλοκές της λοίμωξης, μεταξύ των οποίων και ο αυξημένος κίνδυνος θρομβώσεων», αναφέρουν οι συγγραφείς.

Η επιστημονική ομάδα της μελέτης εξέτασε δεδομένα για 1.057.174 ασθενείς που μολύνθηκαν με τον ιό SARS-CoV-2 από την 1η Φεβρουαρίου του 2020 μέχρι την 25η Μαρτίου του 2021 στη Σουηδία. Οι ασθενείς αυτοί αντιστοιχήθηκαν με μία ομάδα ελέγχου 4.076.342 ενηλίκων με παρόμοια χαρακτηριστικά που δεν είχαν θετικές εξετάσεις για τον ιό. Κατά την ανάλυση των δεδομένων έγινε προσαρμογή για παράγοντες όπως η παρουσία συννοσηροτήτων, το ιστορικό χειρουργικών επεμβάσεων, το ιστορικό καρκίνου, η θεραπεία με αντιπηκτικά, καθώς και αρκετοί άλλοι παράγοντες.

Από τους ασθενείς που μολύνθηκαν με τον ιό, το 94.5% παρουσίασε ήπια συμπτώματα, το 4.8% χρειάστηκε νοσηλεία, το 0.7% εισήχθη στη ΜΕΘ, ενώ το 1.8% κατέληξε.

Ο απόλυτος κίνδυνος πνευμονικής εμβολής ήταν 0.17% τις πρώτες 30 ημέρες από τη διάγνωση της COVID-19, ενώ στην ομάδα ελέγχου ήταν 0.004% για το ίδιο διάστημα. Για τη φλεβική θρόμβωση τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 0.039% και 0.007% για τις δύο ομάδες, ενώ ο κίνδυνος αιμορραγίας ήταν 0.1% και 0.04% αντίστοιχα.

Συνολικά, το 51% των εθελοντών ήταν γυναίκες και η μέση ηλικία του δείγματος ήταν τα 40 χρόνια.

Ένας περιορισμός της έρευνας ήταν ότι χρησιμοποίησε δεδομένα από ηλεκτρονικά αρχεία, επομένως μπορεί να υπήρχαν ελλιπείς πληροφορίες για ορισμένους ασθενείς. Τέλος, σε ορισμένους ασθενείς που νοσηλεύτηκαν για σοβαρά συμπτώματα, ενδεχομένως χάθηκαν ορισμένες διαγνώσεις.

Φωτογραφία: Kampus Production

Exit mobile version