Μία νέα έρευνα από το Brigham and Women’s Hospital των ΗΠΑ εξέτασε τη σύνδεση ανάμεσα στην άσκηση και τον κίνδυνο εμφάνισης υπνικής άπνοιας. Στην έρευνα συμμετείχαν συνολικά περίπου 130.000 άνδρες και γυναίκες. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα που δημοσιεύτηκαν στο European Respiratory Journal, οι εθελοντές που έκαναν καθιστική ζωή με περιορισμένη άσκηση είχαν αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν την παραπάνω νόσο.

«Στην έρευνά μας τα υψηλότερα επίπεδα φυσικής άσκησης και ο μειωμένος χρόνος στην τηλεόραση συνδέθηκαν με μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης υπνικής άπνοιας, ακόμα και μετά την προσαρμογή για μία σειρά παράγοντες. Κατά συνέπεια, η φυσική άσκηση θα πρέπει να θεωρείται σημαντική παρέμβαση τόσο για την πρόληψη όσο και για τη θεραπεία της νόσου», υποστήριξε ο Tianyi Huang, επικεφαλής της μελέτης.

Η αποφρακτική υπνική άνοια είναι μία μορφή άπνοιας που χαρακτηρίζεται από χαλάρωση των αναπνευστικών μυών κατά τη διάρκεια του ύπνου, γεγονός που οδηγεί σε απόφραξη των αεραγωγών. Η σοβαρή υπνική άπνοια έχει συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο μίας σειράς καρδιαγγειακών νόσων, όπως οι καρδιακές αρρυθμίες και η καρδιακή ανεπάρκεια.

Χρησιμοποιώντας δεδομένα από το Nurses’ Health Study (NHS), το Nurses’ Health Study II (NHSII) και το Health Professionals Follow-Up Study (HPFS), οι επιστήμονες εξέτασαν τη σύνδεση ανάμεσα στα επίπεδα της φυσικής άσκησης και τον κίνδυνο εμφάνισης αποφρακτικής υπνικής άπνοιας. Η μέτρια και η έντονη φυσική άσκηση εξετάστηκαν ξεχωριστά, ωστόσο τελικά και οι δύο συνδέθηκαν με μειωμένο κίνδυνο αποφρακτικής υπνικής άπνοιας, γεγονός που δείχνει ότι η ένταση της άσκησης δεν επηρεάζει τα οφέλη της παραπάνω παρέμβασης. Όπως διαπίστωσε η μελέτη, η φυσική άσκηση ήταν ιδιαίτερα ωφέλιμη για τις γυναίκες, τους ενήλικες άνω των 65 και τους ασθενείς με ΔΜΣ πάνω από 25.

«Οι περισσότερες μελέτες που εξέτασαν τη σύνδεση φυσικής άσκησης και καθιστικής ζωής με την αποφρακτική υπνική άπνοια στο παρελθόν δεν είχαν κάνει επαρκείς προσαρμογές για διάφορους παράγοντες. Αυτή είναι η πρώτη μελέτη που εξετάζει συνδυαστικά τους παραπάνω παράγοντες ως προς τη σύνδεσή τους με τον κίνδυνο υπνικής άπνοιας», είπε ο Huang.

Ένα άλλο πλεονέκτημα της παρούσας μελέτης είναι ότι εξέτασε ένα μεγάλο δείγμα ασθενών και επομένως μπορεί να εκτιμήσει καλύτερα τις επιδράσεις της φυσικής άσκησης και της καθιστικής ζωής. Επιπλέον, καθώς οι επιστήμονες είχαν πρόσβαση σε αρκετά δεδομένα για την καθημερινότητα των εθελοντών, κατάφεραν να κάνουν καλύτερη προσαρμογή ανάλογα με άλλους παράγοντες.

Ένας περιορισμός της έρευνας ήταν ότι σχεδόν όλα τα δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν στη μελέτη βασίζονται σε αναφορές ασθενών. Αν και όλοι οι εθελοντές ήταν επαγγελματίες υγείας, συχνά η ήπια υπνική άπνοια μπορεί να μην διαγνωστεί εγκαίρως. Επιπλέον, στην έρευνα εξετάστηκε μόνο η φυσική άσκηση στον ελεύθερο χρόνο, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η άσκηση στο περιβάλλον της εργασίας.

Όπως υποστήριξε ο Huang, στην επόμενη μελέτη τους, οι επιστήμονες θέλουν να συλλέξουν περισσότερα και πιο λεπτομερή δεδομένα χρησιμοποιώντας κινησιογράφους, εξετάσεις υπνικής άπνοιας στο σπίτι και μελέτες ύπνου.

Τόνισε επίσης ότι οι γιατροί θα πρέπει να ενημερώσουν τους ασθενείς τους σχετικά με τα οφέλη της φυσικής άσκησης στον περιορισμό του κινδύνου αποφρακτικής υπνικής άπνοιας.

«Επιβεβαιώσαμε ότι η φυσική άσκηση και η καθιστική ζωή συνδέονται ανεξάρτητα με τον κίνδυνο υπνικής άπνοιας. Αυτό σημαίνει ότι οι ασθενείς που κάθονται αρκετές ώρες την ημέρα, μπορούν να περιορίσουν τον κίνδυνο αποφρακτικής υπνικής άπνοιας αυξάνοντας τη φυσική άσκηση στον ελεύθερο χρόνο τους. Αντίστοιχα, αυτοί που δεν μπορούν να ασκηθούν για διάφορους λόγους θα πρέπει να περιορίσουν τις ώρες που κάθονται σε μία καρέκλα προκειμένου να μειώσουν τον κίνδυνο υπνικής άπνοιας. Το ιδανικό, φυσικά, είναι να κάνουμε και τις δύο παρεμβάσεις ταυτόχρονα», καταλήγει η έρευνα.