Η απώλεια 15% του σωματικού βάρους θα πρέπει να αποτελεί κεντρικό στόχο στη ρύθμιση του διαβήτη τύπου 2, καθώς μπορεί να επιβραδύνει σημαντικά την πορεία της νόσου, περιορίζοντας παράλληλα αρκετές επιπλοκές στους ασθενείς. Οι στρατηγικές που μπορούν να οδηγήσουν στην επίτευξη του παραπάνω στόχου δημοσιεύτηκαν πριν λίγες ημέρες στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet και παρουσιάστηκαν στο ετήσιο συνέδριο του European Association for the Study of Diabetes (EASD), το οποίο διεξήχθη την περασμένη εβδομάδα.

Όπως υποστήριξαν οι επιστήμονες της μελέτης, για τους περισσότερους ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 που δεν πάσχουν από καρδιαγγειακή νόσο, η αντιμετώπιση του διαβήτη θα πρέπει να εστιάσει στον περιορισμό του κύριου παράγοντα κινδύνου που οδηγεί στην εμφάνιση της νόσου, δηλαδή της παχυσαρκίας. Η μείωση του σωματικού βάρους μπορεί να προστατεύσει και από άλλες επιπλοκές που συνδέονται με την παχυσαρκία, όπως η λιπώδης διήθηση του ήπατος, η αποφρακτική υπνική άπνοια, η οστεοαρθρίτιδα, η υπέρταση και η υπερλιπιαδαίμια, πρόσθεσαν.

Τόνισαν, ακόμη, ότι η μείωση του σωματικού βάρους κατά 15% σε αρκετούς ασθενείς με παχυσαρκία περιορίζει σημαντικά την πορεία του διαβήτη, ενώ μπορεί να επιτύχει ακόμα και ύφεση σε ορισμένους ασθενείς.

Τα δεδομένα για τα οφέλη της απώλειας βάρους στη ρύθμιση του διαβήτη τύπου 2 προέρχονται από διάφορες πηγές. Στη μελέτη DiRECT, η οποία εξέτασε τις επιδράσεις συγκεκριμένων αλλαγών του τρόπου ζωής σε ασθενείς που διαγνώστηκαν με διαβήτη τύπου 2 εκτός 6 ετών, διαπιστώθηκε ότι στο 70% των ασθενών που κατάφεραν να χάσουν το 15 κιλά μέσα σε 1 έτος, ο διαβήτης τύπου 2 μπήκε σε ύφεση. Οι έρευνες που εξέτασαν τις επιδράσεις του βαριατρικού χειρουργείου στους ασθενείς με παχυσαρκία, διαπίστωσαν ότι η επέμβαση αυτή προσφέρει σημαντικά οφέλη στους ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 και παχυσαρκία, περιορίζοντας την ανάγκη για φαρμακευτική θεραπεία μέσα σε λίγες ημέρες και βελτιώνοντας διάφορους δείκτες της υγείας μακροπρόθεσμα.

Στη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Lancet, οι επιστήμονες αναφέρθηκαν επίσης και σε ορισμένες θεραπείες που μπορούν να διευκολύνουν την απώλεια βάρους. Σήμερα, 5 φάρμακα έχουν εγκριθεί παγκοσμίως για τη απώλεια βάρους και τη διατήρησή του σε χαμηλά επίπεδα (ορλιστάτη, φαιντερμίνη–τοπιραμάτη, ναλτρεξόνη–βουπροπιόνη, λιραγλουτίδη 3.0 mg και σεμαγλουτίδη 2.4 mg). Αυτή τη στιγμή εξετάζονται και άλλα φάρμακα για την παχυσαρκία σε κλινικές δοκιμές, όπως η τιρζεπατίδη και το GIP (gastric inhibitory polypeptide).

Για τα 5 φάρμακα που έχουν ήδη εγκριθεί, οι κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι τα φάρμακα μπορούν να περιορίσουν το σωματικό βάρος κατά 15% στους ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, επαναφέροντας τα επίπεδα της γλυκόζης αίματος εντός φυσιολογικών ορίων.

Οι περισσότεροι ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 (40-70%) έχουν επίσης χαρακτηριστικά σημεία ανθεκτικότητας στην ινσουλίνη, γεγονός που πρακτικά επιβεβαιώνει ότι η εμφάνιση του διαβήτη τύπου 2 συνδέεται με την παχυσαρκία. Όπως ανέφεραν οι επιστήμονες, η παρουσία λίπους στην περιοχή της κοιλίας, τη αυξημένη περιφέρεια μέσης, η υπέρταση και η λιπώδης διήθηση του ήπατος είναι παράγοντες που δείχνουν ότι ο διαβήτης τύπου 2 είναι συνέπεια της παχυσαρκίας. Σε αυτό τον πληθυσμό, η απώλεια βάρους της τάξης του 15% βοηθά όχι μόνο στη βελτίωση των επιπέδων της γλυκόζης, αλλά και την εκρίζωση των αιτιών του διαβήτη τύπου 2, γεγονός που μπορεί να προστατεύσει από τις μακροπρόθεσμες επιπλοκές της νόσου.

Καταλήγοντας, οι επιστήμονες υποστήριξαν ότι οι οδηγίες για την αντιμετώπιση του διαβήτη τύπου 2 θα πρέπει να αναθεωρηθούν, έτσι ώστε να περιλαμβάνουν και την απώλεια βάρους στις θεραπευτικές παρεμβάσεις. Πρόσθεσαν επίσης ότι οι φορείς υγείας κάθε χώρας θα πρέπει να έχουν ως προτεραιότητα την πρόληψη του διαβήτη και όχι την αντιμετώπισή του. Όπως εξήγησαν, η αναγνώριση της παχυσαρκίας ως νόσου, μπορεί να βοηθήσει έτσι ώστε να αναπτυχθούν νέα φάρμακα ή άλλες θεραπείες για την αντιμετώπισή της και τη βελτίωση της γενικότερης υγείας των ασθενών.