Αρκετές έγκυες γυναίκες στην εποχή της πανδημίας του COVID-19 ανησυχούν για έναν ακόμα λόγο. Αυτός είναι η μετάδοση του ιού από την έγκυο στο έμβρυο. Ωστόσο, τα τελευταία δεδομένα σχετικά με το παραπάνω φαινόμενο είναι πολύ θετικά.

Συγκεκριμένα, μία νέα έρευνα από τις ΗΠΑ διαπίστωσε ότι η μετάδοση του SARS-CoV-2 από τη μητέρα στο έμβρυο, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, όσο και κατά τον τοκετό, είναι κάτι που συμβαίνει εξαιρετικά σπάνια, ιδιαίτερα εφόσον έχουν τηρηθεί τα κατάλληλα μέτρα πρόληψης.

Στην έρευνα, η οποία δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Pediatrics, εξετάστηκαν συνολικά 101 βρέφη που γεννήθηκαν από γυναίκες με θετικές εξετάσεις για τον COVID-19. Από τα παραπάνω βρέφη, μόλις 2 είχαν θετικές εξετάσεις για τον ιό και κανένα από αυτά δεν παρουσίασε σημεία νόσησης.

Γνωρίζουμε σήμερα ότι σε αρκετές ιογενείς λοιμώξεις μπορεί να παρατηρηθεί κάθετη μετάδοση (από τη μητέρα στο έμβρυο), ωστόσο προς το παρόν φαίνεται ότι αυτό δεν συμβαίνει στον COVID-19, υποστήριξαν οι επιστήμονες της παρούσας έρευνας.

Έχει διαπιστωθεί επίσης ότι ορισμένες ιογενείς λοιμώξεις προκαλούν σοβαρότερη νόσηση στις εγκύους, ενώ αυξάνουν τον κίνδυνο επιπλοκών της κύησης, όπως ο πρόωρος τοκετός. Ωστόσο, όπως διαπίστωσε η παρούσα μελέτη, οι έγκυες με σοβαρά συμπτώματα COVID-19 γέννησαν μόλις 1 εβδομάδα νωρίτερα σε σχέση με τις εγκύους που είχαν ήπια ή καθόλου συμπτώματα.

Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις της μελέτης η μετάδοση του COVID-19 από τη μητέρα στο έμβρυο είναι δυνατή αλλά δεν συμβαίνει συχνά. Η μόλυνση του εμβρύου γίνεται συνήθως είτε μέσω του πλακούντα είτε μέσω της επαφής πρόσωπο-με-πρόσωπο μετά τον τοκετό.

Ακόμα δεν γνωρίζουμε γιατί η μετάδοση του SARS-CoV-2 από τη μητέρα στο έμβρυο είναι κάτι που συμβαίνει σπάνια. Ωστόσο, σύμφωνα με τους επιστήμονες της έρευνας, αρκετές λοιμώξεις έχουν παρόμοια συμπεριφορά και δεν μεταδίδονται από την έγκυο στο έμβρυο. Για τις υπόλοιπες, όπως ο στρεπτόκοκκος ομάδας Β, ο απλός έρπητας και ο HIV, γίνονται εξετάσεις στις εγκύους πριν τον τοκετό.

Οι ερευνητές υποστήριξαν επίσης ότι, με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα, φαίνεται ότι πιθανώς τα έμβρυα δεν εκφράζουν τον υποδοχέα ACE2 στα κύτταρά τους, επομένως δεν μπορούν να μολυνθούν από τον ιό καθώς ο τελευταίος δεν έχει σημείο πρόσδεσης στα κύτταρα.

Τα έμβρυα και τα βρέφη έχουν επίσης υψηλότερο αριθμό λεμφοκυττάρων σε σχέση με τους ενήλικες, καθώς και αρκετές σημαντικές διαφορές στην ανοσιακή απόκριση, με αποτέλεσμα να είναι περισσότερο προστατευμένα από τον ιό σε σχέση με τα παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας ή τους ενήλικες.

Τι Σημαίνουν οι Παρατηρήσεις της Έρευνας για τις Γεννήσεις στα Νοσοκομεία

Από την αρχή της πανδημίας, ο αριθμός των γυναικών που επιλέγουν να γεννήσουν στο σπίτι έχει αυξηθεί εξ’ αιτίας του φόβου μίας πιθανής μόλυνσης, αλλά και της ανησυχίας ότι δεν θα τους επιτραπεί να έχουν παρατεταμένη επαφή με το βρέφος μετά τη γέννηση.

Ωστόσο, η παρούσα μελέτη δείχνει ότι αρκεί η εφαρμογή ελαχίστων μέτρων προκειμένου να προληφθεί η μετάδοση του ιού από τη μητέρα στο βρέφος.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, τα βασικά μέτρα πρόληψης, όπως η χρήση μάσκας και το πλύσιμο των χεριών, αρκούν για να προστατευτεί το βρέφος από τη μόλυνση με τον ιό.

Τα αποτελέσματα της έρευνας, σε συνδυασμό με αυτά προηγουμένων ερευνών που είχαν δείξει ότι ο ιός SARS-CoV-2 δεν φτάνει στο μητρικό γάλα, ουσιαστικά δείχνουν ότι δεν υπάρχει κίνδυνος μόλυνσης του βρέφους μετά τον τοκετό, εφόσον τηρηθούν τα κατάλληλα μέτρα.

Μάλιστα, ο θηλασμός φαίνεται να έχει και προστατευτικές ιδιότητες. Παρά το γεγονός ότι το μητρικό γάλα δεν περιέχει σωματίδια του ιού, ορισμένες έρευνες έχουν διαπιστώσει ότι μπορεί να περιέχει αντισώματα γι’ αυτόν.

Τα παραπάνω δεδομένα δείχνουν ότι ο τοκετός στο νοσοκομείο είναι ασφαλής, ακόμα κι αν η μητέρα έχει θετικές εξετάσεις για τον COVID-19. Σύμφωνα με τους επιστήμονες, δεν υπάρχει λόγος καθυστέρησης του θηλασμού ή απομόνωσης του βρέφους από τη μητέρα, ακόμα κι αν η τελευταία έχει θετικές εξετάσεις για τον ιό.