Τα περιστατικά του COVID-19 έχουν ήδη ξεπεράσει τα 55 εκατομμύρια παγκοσμίως. Ωστόσο, παρά το μεγάλο αριθμό των κρουσμάτων, έχουν αναφερθεί ελάχιστα περιστατικά επαναμολύνσεων με τον ιό, παρά το γεγονός ότι έχει διαπιστωθεί ταχεία μείωση στον αριθμό των αντισωμάτων, ιδιαίτερα σε ασθενείς με ήπια ή ασυμπτωματική λοίμωξη.

Σύμφωνα με τελευταία δεδομένα, το παραπάνω φαινόμενο αποδίδεται στη δράση των Τ βοηθητικών λεμφοκυττάρων, μίας κατηγορίας ανοσιακών κυττάρων που μπορούν να προστατεύσουν τους ασθενείς από τη λοίμωξη για τουλάχιστον 6 μήνες.

Όταν αναγνωρίσουν ένα ιό, τα παραπάνω κύτταρα προσελκύουν άλλα ανοσιακά κύτταρα προκειμένου να ξεκινήσουν την παραγωγή αντισωμάτων ή να καταστρέψουν τα κύτταρα που έχουν μολυνθεί με τον ιό.

«Αν και οι παρατηρήσεις μας δημιουργούν συγκρατημένη αισιοδοξία σχετικά με την ισχύ και τη διάρκεια της ανοσίας μετά από μία λοίμωξη με τον SARS-CoV-2, αυτό είναι ένα μόνο κομμάτι του παζλ», είπε ο καθηγητής Paul Moss, επικεφαλής της παρούσας μελέτης και αιματολόγος στο Πανεπιστήμιο του Birmingham.

«Υπάρχουν ακόμα αρκετά που δεν γνωρίζουμε σχετικά με την ανοσία στον COVID-19», πρόσθεσε.

Η έρευνα του Moss και των συνεργατών του, αν και διαπίστωσε την παρουσία Τ βοηθητικών λεμφοκυττάρων που αναγνωρίζουν τον ιό σε ασθενείς που είχαν μολυνθεί, δεν αποτελεί απόδειξη ότι τα παραπάνω κύτταρα μπορούν να προστατεύσουν από μελλοντικές λοιμώξεις.

Η έρευνα έχει αναρτηθεί ως προδημοσίευση στην ιστοσελίδα bioRxiv.

Μηνιαία Δείγματα Αίματος

Στην έρευνα εξετάστηκαν 100 εθελοντές που είχαν αναρρώσει από τον COVID-19 ανάμεσα στο Μάρτιο και τον Απρίλιο του 2020. Οι εθελοντές είχαν νοσήσει με ήπια ή μέτρια συμπτώματα χωρίς να χρειαστούν νοσηλεία, ενώ ορισμένοι από αυτούς δεν είχαν παρουσιάσει καθόλου συμπτώματα.

Οι εθελοντές (22-65 ετών, 77% γυναίκες) έδιναν δείγματα αίματος 1 φορά το μήνα, γεγονός που επέτρεψε στους επιστήμονες να παρακολουθήσουν τις μεταβολές στα επίπεδα των αντισωμάτων για 3 διαφορετικές ιικές πρωτεΐνες.

Μετά από 6 μήνες, όλοι οι εθελοντές είχαν βοηθητικά Τ λεμφοκύτταρα στο αίμα τα οποία μπορούσαν να αναγνωρίσουν τον SARS-CoV-2. Όταν μάλιστα ανίχνευαν τον ιό, τα παραπάνω κύτταρα παρήγαγαν IL-2, ένα σηματοδοτικό μόριο με ιδιαίτερη σημασία για την αντιμετώπιση των ιογενών λοιμώξεων.

Συγκριτικά με τους ασθενείς που παρουσίασαν ασυμπτωματική λοίμωξη, αυτοί που είχαν εκδηλώσει συμπτώματα, είχαν 50% ισχυρότερη απόκριση από τα παραπάνω Τ λεμφοκύτταρα.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες της έρευνας, η ισχυρότερη κυτταρική ανοσία στους ασθενείς που εκδήλωσαν συμπτώματα πιθανώς τους προστατεύει περισσότερο από μία μελλοντική λοίμωξη.

Τόνισαν, ωστόσο, ότι η ποιότητα της απόκρισης των Τ λεμφοκυττάρων στους ασυμπτωματικούς ασθενείς κατά την αρχική λοίμωξη ενδέχεται να μπορεί να προσφέρει επαρκή προστασία από τον ιό. Κατά συνέπεια, η σχετική ευαισθησία των ασθενών που δεν παρουσίασαν συμπτώματα κατά την πρώτη λοίμωξη θα πρέπει να εκτιμηθεί σε μελλοντικές μελέτες.

Η ισχύς της απόκρισης των Τ λεμφοκυττάρων στις 3 ιικές πρωτεΐνες που εξετάστηκαν ήταν ανάλογη με τα υψηλότερα επίπεδα που έφτασαν τα αντισώματα για τις πρωτεΐνες αυτές κατά τη διάρκεια των 6 μηνών της έρευνας.

Το γεγονός αυτό ουσιαστικά δείχνει ότι και τα δύο κομμάτια του ανοσοποιητικού συστήματος (τα κύτταρα που παράγουν αντισώματα και τα Τ λεμφοκύτταρα) συνεργάστηκαν στην ανοσιακή απόκριση κατά την πρώτη λοίμωξη.

Αισιοδοξία για τα Εμβόλια

Η έρευνα προσφέρει δεδομένα που δείχνουν ότι τα εμβόλια για τον SARS-CoV-2, τα οποία προκαλούν ανοσιακή απόκριση για τον ιό, ουσιαστικά θα προσφέρουν ανοσία μεγάλης διάρκειας.

Οι παρατηρήσεις της έρευνας είναι πολύ θετικές, τόσο αναφορικά με την ανάπτυξη εμβολίων όσο και για την πιθανότητα μακροπρόθεσμης προστασίας από τις επαναμολύνσεις. Ωστόσο, αυτή τη στιγμή δεν γνωρίζουμε ακόμα αν οι ασθενείς της έρευνας ήταν προστατευμένοι από μελλοντικές μολύνσεις με τον ιό.

Ένας από τους περιορισμούς της έρευνας ήταν το μικρό της μέγεθος, ο περιορισμένος αριθμός ηλικιωμένων, καθώς και η απουσία ασθενών που νόσησαν σοβαρά.

Ωστόσο, τα ευρήματα δημιουργούν αισιοδοξία ότι η μόλυνση με τον SARS-CoV-2 μπορεί να προκαλέσει ισχυρή ανοσία από τα Τ λεμφοκύτταρα, τουλάχιστον στον πληθυσμό που εξετάστηκε από την έρευνα, δηλαδή σε σχετικά νεαρά άτομα με ήπια ή μέτρα συμπτώματα. Η έρευνα έδειξε, τέλος, ότι η ανοσία από τα Τ λεμφοκύτταρα διατηρείται ακόμα και όταν τα επίπεδα των αντισωμάτων περιορίζονται αρκετά.

Οι επιστήμονες της έρευνας, καταλήγοντας, υποστήριξαν ότι προκειμένου να εκτιμηθεί η απόκριση των ασθενών στα εμβόλια θα πρέπει να εξετάζεται και η απόκριση από τα Τ λεμφοκύτταρα.