Τα περισσότερα φάρμακα σήμερα προσφέρουν οφέλη σε περισσότερες από μία νόσους. Για παράδειγμα, η δισουλφιράμη, ένα φάρμακο που αναπτύχθηκε αρχικά για την αντιμετώπιση των λοιμώξεων από παράσιτα, χρησιμοποιείται σήμερα στη θεραπεία του αλκοολισμού. Σίγουρα, η χρησιμοποίηση ενός φαρμάκου που έχει εγκριθεί για άλλες νόσους, είναι τόσο ταχύτερη όσο και φτηνότερη προσέγγιση στην εξέταση φαρμάκων, συγκριτικά με την ανάπτυξη ενός νέου φαρμάκου από το μηδέν. Αυτός είναι και ο λόγος που η δεξαμεδαζόνη, ένα στεροειδές που αναπτύχθηκε τη δεκαετία του ’50 χρησιμοποιείται πλέον στη θεραπεία της COVID-19.

Τι συμβαίνει όμως με τα εμβόλια; Εφόσον γνωρίζουμε ότι προστατεύουν μόνο από μία λοίμωξη, γιατί οι επιστήμονες εξετάζουν το BCG και το MMR ως προς τη χρησιμότητά τους στην πρόληψη της COVID-19;

Μη Ειδικές Δράσεις

Η αντίληψη ότι τα εμβόλια προστατεύουν μόνο από 1 συγκεκριμένο παθογόνο έχει βασιστεί στο δείκτη του αίματος που μπορούμε να υπολογίσουμε, δηλαδή τα αντισώματα στο αίμα. Τα αντισώματα που παράγονται μετά τον εμβολιασμό είναι πολύ ειδικά και προστατεύουν μόνο από το παθογόνο που περιέχει το εμβόλιο και όχι από άλλες λοιμώξεις.

Σήμερα, γνωρίζουμε, ωστόσο ότι το ανοσοποιητικό σύστημα δεν περιορίζεται στη δράση των αντισωμάτων. Η θεωρία ότι τα εμβόλια μπορούν να προστατεύσουν μόνο από 1 συγκεκριμένο παθογόνο αμφισβητήθηκε για πρώτη φορά από έρευνες σε πληθυσμούς της δυτικής Αφρικής.

Το Δεκέμβριο του 1979, μία ομάδα γιατρών από τη Δανία με επικεφαλής τον Peter Aaby, παρακολούθησε μία ομάδα εθελοντών στη Γουινέα-Μπισάου. Η έρευνά τους είχε εστιάσει περισσότερο στη διατροφή των εθελοντών, ωστόσο οι γιατροί έκαναν επίσης το εμβόλιο MMR στα παιδιά των οικογενειών.

Το επόμενο έτος, όπως διαπιστώθηκε, τα παιδιά που είχαν εμβολιαστεί με το MMR είχαν 70% μειωμένη θνησιμότητα σε σχέση με αυτά που δεν είχαν κάνει το παραπάνω εμβόλιο. Η ιλαρά, ευθύνεται περίπου για το 10-15% των θανάτων στα παιδιά της Αφρικής, γεγονός που δείχνει ότι το εμβόλιο είχε προστατεύσει και από άλλες λοιμώξεις.

Το παραπάνω φαινόμενο αποδόθηκε σε «μη ειδικές» επιδράσεις του εμβολίου. Ένα άρθρο που σχολίασε τις παραπάνω επιδράσεις δημοσιεύτηκε το 1984. Το επιστημονικό περιοδικό Nature, ανέδειξε μάλιστα τις μη ειδικές επιδράσεις των εμβολίων ως τη 13η σημαντικότερη ανακάλυψη αναφορικά με τα εμβόλια.

Λίγο αργότερα, οι ίδιοι γιατροί εξέτασαν δεδομένα από τη Γουινέα-Μπισάου και κατέληξαν σε μία πολύ ενδιαφέρουσα παρατήρηση. Συγκεκριμένα, όλα τα εμβόλια που περιέχουν ζωντανούς εξασθενημένους ιούς, όπως για παράδειγμα αυτό της ιλαράς, συνδέονται με μειωμένη θνησιμότητα από όλα τα αίτια.

Ας εξετάσουμε αρχικά το εμβόλιο BCG. Το εμβόλιο αυτό γίνεται λίγο μετά τη γέννηση στις χώρες με υψηλά ποσοστά φυματίωσης. Ωστόσο, τα έμβρυα που γεννιούνται με χαμηλό βάρος εμβολιάζονται συνήθως αργότερα. Στα πλαίσια της έρευνας, οι γιατροί εξέτασαν βρέφη με βάρος γέννησης κάτω από 2.5kg. Τα μισά από αυτά έλαβαν το εμβόλιο BCG αμέσως μετά τον τοκετό, ενώ τα υπόλοιπα έλαβαν το ίδιο εμβόλιο αργότερα. Τον πρώτο μήνα ζωής, ο κίνδυνος θανάτου ήταν πάνω από 30% μειωμένος στα βρέφη που είχαν λάβει το εμβόλιο BCG αμέσως μετά τη γέννησή τους.

Τα βρέφη δεν καταλήγουν από φυματίωση σε αυτή την περίοδο, επομένως οι προστατευτικές επιδράσεις του BCG ήταν άσχετες με αυτή τη λοίμωξη. Όπως διαπίστωσαν οι γιατροί, το εμβόλιο BCG περιόρισε σημαντικά τον κίνδυνο θανάτου από σήψη και πνευμονία. Ως αποτέλεσμα, οι φορείς υγείας στη Γουινέα-Μπισάου άλλαξαν τις οδηγίες τους και πλέον το εμβόλιο BCG χορηγείται σε όλα τα βρέφη αμέσως μετά τη γέννηση.

Οι παρατηρήσεις της παραπάνω έρευνας γνωστοποιήθηκαν στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO) ο οποίος επιβεβαίωσε ότι τόσο το εμβόλιο BCG όσο και το MMR μειώνουν τον κίνδυνο πρωίμου θανάτου σε υψηλότερα ποσοστά από τα αναμενόμενα.

Το εμβόλιο της πολιομυελίτιδας που χορηγείται από του στόματος είναι ένα ακόμα ενδιαφέρον παράδειγμα της μη ειδικής δράσης των εμβολίων.

Μεγάλες κλινικές δοκιμές για το εμβόλιο της πολιομυελίτιδας που χορηγείται από του στόματος διεξήχθησαν στη Ρωσία τις δεκαετίες του 1960 και του 1970. Οι παραπάνω έδειξαν ότι το εμβόλιο μπορεί να προστατεύσει και από τη γρίπη σε ποσοστό 60-80%.

Οι γιατροί από τη Γουινέα-Μπισάου εξέτασαν επίσης τις επιδράσεις του εμβολίου της πολιομυελίτιδας. Σε δύο τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες διαπίστωσαν ότι η χορήγηση του εμβολίου κατά τη γέννηση συνδέθηκε με 30% μείωση της θνησιμότητας στη βρεφική ηλικία (συγκριτικά με βρέφη που δεν είχαν κάνει το εμβόλιο). Καθώς η πολιομυελίτιδα έχει εξαλειφθεί πλέον στη Γουινέα-Μπισάου, είναι προφανές ότι η μειωμένη θνησιμότητα αποδίδεται στις μη ειδικές επιδράσεις του εμβολίου.

Υπάρχει Μνήμη στο Σύστημα της Φυσικής Ανοσίας;

Μέχρι σήμερα πιστεύαμε ότι το σύστημα της φυσικής ανοσίας, δηλαδή η πρώτη γραμμή άμυνας του οργανισμού απέναντι στους εξωτερικούς εισβολείς, δεν έχει «μνήμη» από τις συναντήσεις του με προηγούμενα παθογόνα, επομένως δεν επηρεάζεται από τα εμβόλια, τα περισσότερα από τα οποία βασίζονται στο σύστημα της επίκτητης ανοσίας. Ωστόσο, πρόσφατες έρευνες έχουν δείξει ότι το σύστημα της φυσικής ανοσίας μπορεί να ισχυροποιηθεί από την έκθεσή του σε συγκεκριμένα εμβόλια.

Για παράδειγμα, σε ένα πρόσφατο πείραμα, διαπιστώθηκε ότι οι εθελοντές που είχαν κάνει το εμβόλιο BCG 4 εβδομάδες πριν το εμβόλιο του κίτρινου πυρετού είχαν πολύ χαμηλότερα του ιού που προκαλεί την τελευταία λοίμωξη στο αίμα τους σε σχέση με την ομάδα ελέγχου. Αυτό αποδίδεται στην «εκπαίδευση» του ανοσοποιητικού συστήματος από το εμβόλιο BCG, γεγονός που οδήγησε σε καλύτερη απόκριση της φυσικής ανοσίας.

Οι παραπάνω ευρείες, μη ειδικές επιδράσεις των εμβολίων στο ανοσοποιητικό σύστημα μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμες στα πλαίσια μίας πανδημίας. Σήμερα, αρκετές κλινικές δοκιμές εξετάζουν αν εμβόλια όπως το BCG, το MMR και αυτό της πολιομυελίτιδας μπορούν να ισχυροποιήσουν το ανοσοποιητικό σύστημα περιορίζοντας έτσι τον κίνδυνο σοβαρής νόσησης από COVID-19. Ένα σημαντικό πλεονέκτημα είναι έχουμε δεδομένα αρκετών ετών για τα παραπάνω εμβόλια και γνωρίζουμε ότι είναι ασφαλή. Επιπλέον, παράγονται εκατομμύρια δόσεις των εμβολίων αυτών κάθε χρόνο.

Αν αποδειχθεί ότι ένα από τα παραπάνω εμβόλια μπορεί να προστατεύσει (έστω και μερικώς) από την COVID-19, τότε αυτό θα είναι πολύ θετικό τόσο για την παρούσα όσο και για μελλοντικές πανδημίες. Θα αποτελέσει επίσης ισχυρό πλήγμα στην αντίληψη ότι τα εμβόλια μπορούν να προστατεύσουν μόνο από μία λοίμωξη.