Από την αρχή της πανδημίας στις αρχές του 2020, έχουμε διαπιστώσει ότι η COVID-19 προκαλεί συμπτώματα διαφορετικής βαρύτητας και διάρκειας σε κάθε ασθενή. Μάλιστα, σε αρκετές περιπτώσεις, η νόσος μπορεί να προκαλέσει χρόνια συμπτώματα τα οποία παραμένουν αρκετές εβδομάδες μετά την αποδρομή της λοίμωξης, τα οποία περιγράφονται πλέον από τον όρο «long COVID». Προκειμένου να εξετάσουν περισσότερο το παραπάνω φαινόμενο, επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο της Γενεύης παρακολούθησαν την πορεία 700 ασθενών που είχαν θετικές εξετάσεις για τον SARS-CoV-2, αλλά δεν χρειάστηκαν νοσηλεία. 6 εβδομάδες μετά τη διάγνωση της νόσου, το 33% των παραπάνω ασθενών είχαν ακόμα αίσθημα κόπωσης, ανοσμία, αγευσία, δύσπνοια ή βήχα. Τα αποτελέσματα της παραπάνω έρευνας δημοσιεύτηκαν στο Annals of Internal Medicine και δείχνουν ότι τα χρόνια συμπτώματα της COVID-19 είναι αρκετά συχνά και επομένως δεν θα πρέπει να υποτιμάμε τη σοβαρότητα της παραπάνω λοίμωξης.

Παρά το γεγονός ότι οι έρευνες εξελίσσονται με μεγάλη ταχύτητα και μαθαίνουμε συνεχώς νέες πληροφορίες για τον SARS-CoV-2, υπάρχουν ακόμα αρκετά που δεν γνωρίζουμε για τον ιό. Για παράδειγμα, τα δεδομένα σχετικά με τα χρόνια συμπτώματα που προκαλεί ο τελευταίος είναι πολύ περιορισμένα. «Μόλις η πανδημία έφτασε στη χώρα μας, κληθήκαμε να απαντήσουμε αρκετά ερωτήματα», δήλωσε ο καθηγητής Idris Guessous, επιδημιολόγος και επικεφαλής της παρούσας έρευνας. «Το Μάρτιο ξεκινήσαμε το πρόγραμμα COVICARE με σκοπό να παρακολουθήσουμε την πορεία των ασθενών που αναρρώνουν από τον ιό, ιδιαίτερα ότι αυτό δεν είναι δυνατό να γίνει από τον θεράποντα ιατρό τους. Αυτό μας επέτρεψε να κατανοήσουμε καλύτερα την πορεία της νόσου ακόμα και σε ασθενείς που δεν έχουν παράγοντες κινδύνου και δεν παρουσιάζουν σοβαρά συμπτώματα από τον ιό».

Αρκετά Συχνό το Αίσθημα Κόπωσης

Η έρευνα παρακολούθησε την πορεία 669 ασθενών (μέση ηλικία 43, 60% γυναίκες, 25% επαγγελματίες υγείας, 69% χωρίς υποκείμενα νοσήματα που συνδέονται με επιπλοκές από COVID-19). 6 εβδομάδες μετά τη διάγνωση της COVID-19, σχεδόν το 1/3 των ασθενών είχε 1 ή περισσότερα συμπτώματα που σχετίζονται με την COVID-19. Αυτά ήταν το αίσθημα κόπωσης (14%), η δύσπνοια (9%),η ανοσμία και η αγευσία (12%), ο βήχας (6%) και οι κεφαλαλγίες (3%). Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις της έρευνας, αρκετοί ασθενείς είχαν επίσης ψυχικά συμπτώματα εξ’ αιτίας της αβεβαιότητας για τη διάρκεια των συμπτωμάτων της COVID-19. Σύμφωνα με τους γιατρούς της έρευνας, είναι σημαντικό να καθησυχάζονται οι παραπάνω ασθενείς, ακόμα κι αν δεν γνωρίζουμε την απάντηση στα ερωτήματα που θέτουν. Το Πανεπιστήμιο της Γενεύης έχει ήδη ξεκινήσει μία ομάδα στήριξης των ασθενών με long COVID με σκοπό να βελτιώσει την ανάρρωσή τους από τον ιό, καθώς και να διευκολύνει την αλληλεπίδρασή τους με το σύστημα υγείας.

Χρειαζόμαστε Νέα Δεδομένα

Προκειμένου να διασφαλιστεί η ιδανική θεραπεία για τους ασθενείς με long COVID, είναι απαραίτητο να γίνουν νέες έρευνες που θα εξετάσουν και θα επιβεβαιώσουν τα παραπάνω συμπτώματα. Για το σκοπό αυτό θα πρέπει να συνεργαστούν τόσο οι κρατικοί, όσο και οι ασφαλιστικοί φορείς. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ακόμα και γενικά υγιή άτομα μπορεί να παρουσιάσουν συμπτώματα COVID-19 τα οποία παραμένουν για εβδομάδες ή ακόμα και μήνες μετά την αποδρομή της λοίμωξης. Κατά συνέπεια, η πρόληψη έχει ιδιαίτερη σημασία, όπως υποστήριξαν οι συγγραφείς της παρούσας μελέτης. Η επιστημονική ομάδα θα συνεχίσει να παρακολουθεί την πορεία των παραπάνω ασθενών με σκοπό να παρακολουθήσει την εξέλιξη του long COVID και θα δημοσιεύσει νέα δεδομένα στους 7 μήνες και στο 1 έτος μετά την αρχική λοίμωξη.