Καμία από τις μεταλλάξεις που έχουν παρατηρηθεί σήμερα στον SARS-CoV-2 δεν αυξάνει τη μολυσματικότητα του ιού στον άνθρωπο, σύμφωνα με τα αποτελέσματα μίας νέας έρευνας από το UCL.

Η παραπάνω παρατήρηση βασίστηκε στην ανάλυση του γονιδιώματος του ιού σε δείγματα από 46.000 ασθενείς με COVID-19 σε 99 χώρες και δημοσιεύτηκε πριν λίγες ημέρες στο επιστημονικό περιοδικό Nature Communications.

«Ο αριθμός των δειγμάτων που απομονώνονται για επιστημονικούς σκοπούς είναι αξιοθαύμαστος. Διαπιστώσαμε στην αρχή της πανδημίας ότι θα πρέπει να αναπτύξουμε νέες μεθόδους για την εξέταση ενός μεγάλου αριθμού δειγμάτων τα οποία θα μας επιτρέψουν να παρακολουθήσουμε την εμφάνιση νέων μεταλλάξεων σε πραγματικό χρόνο. Ευτυχώς, όπως διαπιστώσαμε καμία από τις μεταλλάξεις που έχουν καταγραφεί μέχρι σήμερα δεν αυξάνει τη μολυσματικότητα του ιού, ωστόσο θα πρέπει να παρακολουθούμε συνεχώς τον ιό, ιδιαίτερα τώρα που θα αρχίσουν να κυκλοφορούν τα νέα εμβόλια», είπε η Dr Lucy van Dorp, επικεφαλής της έρευνας.

Ο SARS-CoV-2 είναι ένας RNA ιός. Οι ιοί αυτού του είδους παρουσιάζουν μεταλλάξεις με 3 μηχανισμούς: από λάθη που γίνονται στην αντιγραφή του RNA όταν ο ιός πολλαπλασιάζεται, μέσω αλληλεπιδράσεων με άλλους ιούς που έχουν μολύνει το ίδιο κύτταρο ή μέσω τροποποίησης του RNA από το ανοσοποιητικό σύστημα του ξενιστή.

Οι περισσότερες μεταλλάξεις δεν επηρεάζουν τη συμπεριφορά του ιού, ενώ άλλες μπορεί να είναι ωφέλιμες ή επιβλαβείς γι’ αυτόν. Η συχνότητα μίας μετάλλαξης μπορεί να αυξηθεί με τον πολλαπλασιασμό του ιού.

Οι επιστήμονες της παρούσας έρευνας εξέτασαν συνολικά 46.723 δείγματα ασθενών με COVID-19, τα οποία είχαν συλλεγεί μέχρι τον Ιούλιο του 2020.

Συνολικά, οι επιστήμονες κατάφεραν να ανιχνεύσουν 12.706 μεταλλάξεις στον SARS-CoV-2, τον ιό δηλαδή που προκαλεί COVID-19. Για 398 από τις παραπάνω μεταλλάξεις υπάρχουν δεδομένα που δείχνουν ότι εμφανίζονται επανειλημμένα και ανεξάρτητα. Από αυτές, οι 185 έχουν εμφανιστεί τουλάχιστον σε 3 διαφορετικές περιστάσεις κατά την πορεία της πανδημίας.

Προκειμένου να εξετάσουν αν οι παραπάνω μεταλλάξεις καθιστούν τον ιό περισσότερο μολυσματικό, οι ερευνητές δημιούργησαν ένα μοντέλο με το εξελικτικό δέντρο του ιού και ανέλυσαν αν μία συγκεκριμένη μετάλλαξη είναι πιο συχνή σε ένα κλαδί του παραπάνω δέντρου. Ουσιαστικά αυτό που εξετάστηκε ήταν αν η μετάλλαξη αυτή καθιστά τον ιό πιο μολυσματικό συγκριτικά με άλλα στελέχη της ίδιας σειράς που δεν έχουν αυτή τη μετάλλαξη.

Οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι οι συχνότερες μεταλλάξεις δεν επηρεάζουν τη μολυσματικότητα του ιού. Στις παραπάνω, περιλαμβάνεται και η γνωστή πλέον μετάλλαξη D614G της πρωτεΐνης ακίδας, για την οποία είχε αναφερθεί στο παρελθόν ότι αυξάνει τη μολυσματικότητα του ιού. Σύμφωνα με τα δεδομένα της παρούσας μελέτης, ωστόσο, αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθώς δεν μπορεί να επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό την ευκολία που μεταδίδεται ο ιός.

Η έρευνα διαπίστωσε επίσης ότι οι συχνότερες μεταλλάξεις του SARS-CoV-2 έχουν εμφανιστεί εξ’ αιτίας της αλληλεπίδρασης του ιού με το ανοσοποιητικό σύστημα του ανθρώπου και όχι από την προσαρμογή του ιού στη δράση του τελευταίου. Η παραπάνω παρατήρηση ουσιαστικά έρχεται σε αντίθεση με την ανάλυση της ίδιας ομάδας επιστημόνων σχετικά με τη μετάλλαξη του ιού μετά τη μεταπήδηση του τελευταίου από τον άνθρωπο στα μινκ.

«Όταν αναλύσαμε το γονιδίωμα του ιοί από τα μινκ, παρατηρήσαμε ότι η ίδια μετάλλαξη εμφανίζεται σε όλες τις φάρμες μινκ, παρά το γεγονός ότι η μετάλλαξη αυτή είναι εξαιρετικά σπάνια στον άνθρωπο», είπε η Dr van Dorp.

«Πιθανώς δεν έχουμε δεδομένα για την προσαρμογή του ιού μετά τη μεταπήδησή του στον άνθρωπο στα πολύ πρώιμα στάδια της πανδημίας. Ο ιός μεταπήδησε κατά πάσα πιθανότητα τον Οκτώβριο ή το Νοέμβριο, ωστόσο τα πρώτα δείγματα που έχουμε προέρχονται από τα τέλη Δεκεμβρίου. Μέχρι τότε, ενδέχεται να είχαν γίνει αρκετές μεταλλάξεις στον ιό, για τις οποίες δεν υπάρχουν δεδομένα σήμερα», εξήγησε ο καθηγητής Francois Balloux, ο οποίος συμμετείχε στην έρευνα.

Είναι αναμενόμενο ότι ένας ιός θα μεταλλαχθεί μετά τη μεταπήδησή του στον άνθρωπο, ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι οι νέες μεταλλάξεις θα είναι περισσότερο μολυσματικές ή θα προκαλούν σοβαρότερη νόσηση.

«Ο ιός φαίνεται ότι έχει προσαρμοστεί καλά έτσι ώστε να μεταδίδεται εύκολα στον άνθρωπο. Δεν αποκλείεται να είχε ήδη φτάσει στην ιδανική μορφή του όταν έγινε αντιληπτός», είπε η Dr van Dorp.

Οι επιστήμονες της έρευνας προειδοποίησαν επίσης ότι η επικείμενη κυκλοφορία των εμβολίων ενδέχεται να ασκήσει εκλεκτική πίεση στον ιό, ωθώντας τον να αναπτύξει νέες μεθόδους διαφυγής από τη δράση του ανοσοποιητικού συστήματος. Το γεγονός αυτό μπορεί να οδηγήσει σε εμφάνιση στελεχών που θα είναι ανθεκτικά στα εμβόλια. Υποστήριξαν, ωστόσο, ότι το πλαίσιο που έχει δημιουργηθεί πλέον, θα επιτρέψει την ταχεία ανίχνευση των παραπάνω στελεχών.

«Ο ιός ναι μεν μπορεί να μεταλλαχθεί, αν ωστόσο μπορούμε να ανιχνεύσουμε εγκαίρως τις μεταλλάξεις του, θα έχουμε την ικανότητα να προσαρμόσουμε το εμβόλιο έτσι ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει τις παραπάνω μεταλλάξεις», κατέληξε ο Balloux.