Το ιστορικό έκθεσης στους εποχικούς κορονοϊούς που προκαλούν κοινό κρυολόγημα δεν προστατεύει από τον SARS-CoV-2, καθώς τα αντισώματα που παράγονται από τις παραπάνω λοιμώξεις δεν είναι εξουδετερωτικά, όπως διαπίστωσε μία νέα έρευνα από το Πανεπιστήμιο της Πεννσυλβάνια.

Προηγούμενες έρευνες είχαν δείξει ότι το ιστορικό πρόσφατης έκθεσης στους εποχικούς κορονοϊούς προστατεύει από τον SARS-CoV-2, τον ιό δηλαδή που προκαλεί COVID-19. Ωστόσο, η παρούσα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Cell δείχνει ότι, αν υπάρχει διασταυρούμενη ανοσία, αυτή δεν σχετίζεται με τα αντισώματα.

Συγκεκριμένα, η έρευνα διαπίστωσε ότι αρκετοί ασθενείς είχαν αντισώματα που αναγνωρίζουν τον SARS-CoV-2 πριν την πανδημία. Ωστόσο, τα αντισώματα αυτά δεν είναι εξουδετερωτικά και δεν προλαμβάνουν τη λοίμωξη από τον ιό. Από τις παρατηρήσεις της έρευνας δεν αποκλείεται, ωστόσο, το ενδεχόμενο να υπάρχει κάποιου βαθμού προϋπάρχουσα ανοσία από τα Β και τα Τ λεμφοκύτταρα.

Η έρευνα εξέτασε εκατοντάδες δείγματα αίματος που είχαν ληφθεί πριν την πανδημία. Όπως παρατήρησε, πάνω από το 20% των δειγμάτων αυτών είχαν αντι-CoV αντισώματα τα οποία είχαν την ικανότητα να προσδένονται τόσο στους εποχικούς κορονοϊούς, όσο και στον SARS-CoV-2. Ωστόσο, η παρουσία των παραπάνω αντισωμάτων δεν ήταν ικανή να περιορίσει τη λοιμογόνο δράση του SARS-CoV-2, ούτε συνδέθηκε με καλύτερη πρόγνωση στους ασθενείς που νόσησαν με τον ιό αργότερα.

Μία άλλη σημαντική παρατήρηση της έρευνας ήταν ότι τα επίπεδα των αντισωμάτων με διασταυρούμενη αντιδραστικότητα ήταν παρόμοια στα παιδιά και τους ενήλικες, γεγονός που δείχνει ότι ο μειωμένος κίνδυνος σοβαρής νόσησης από COVID-19 στα παιδιά δεν αποδίδεται στα παραπάνω αντισώματα.

Η πανδημία της COVID-19, μετά από σχεδόν 1 έτος, έχει προκαλέσει ήδη περισσότερες από 100 εκατομμύρια λοιμώξεις και 2 εκατομμύρια θανάτους. Αν και αυτή τη στιγμή έχουμε καταφέρει να προσδιορίσουμε ορισμένους παράγοντες κινδύνου για τη σοβαρή νόσηση (όπως η ηλικία), δεν γνωρίζουμε ακόμη γιατί ορισμένοι ασθενείς νοσούν σοβαρά από τον ιό, ενώ άλλοι παρουσιάζουν ήπια συμπτώματα ή είναι ασυμπτωματικοί.

Μία θεωρία που είχε εξεταστεί στο παρελθόν αφορά την παρουσία αντισωμάτων από προηγούμενες λοιμώξεις με κορονοϊούς. Οι ιού αυτοί κυκλοφορούν στον πληθυσμό εδώ και αρκετά χρόνια. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, επομένως, ορισμένα από τα αντισώματα που παράγονται στις παραπάνω λοιμώξεις μπορούν να αναγνωρίσουν τον SARS-CoV-2, προσφέροντας έτσι κάποιου βαθμού προστασία από τη σοβαρή νόσηση.

Σε μία από τις αναλύσεις που έκαναν οι επιστήμονες της έρευνας, εξετάστηκαν δείγματα αίματος από 263 παιδιά στο Children’s Hospital of Philadelphia και 168 ενήλικες στο Penn Medicine Biobank. Τα δείγματα είχαν ληφθεί το 2017, πάνω από 2 χρόνια πριν την έναρξη της πανδημίας του SARS-CoV-2.

Όπως διαπιστώθηκε, σχεδόν 431 δείγματα είχαν αντισώματα για τους εποχικούς κορονοϊούς. Το 20% περίπου των δειγμάτων είχε μάλιστα αντι-CoV αντισώματα που αναγνώριζαν τον SARS-CoV-2 και είχαν την ικανότητα να προσδένονται σε περιοχές της πρωτεΐνης ακίδας ή/και του νουκλεοκαψιδίου, τις περιοχές δηλαδή που στοχεύονται περισσότερο από το ανοσοποιητικό σύστημα στους ασθενείς που μολύνονται με τον ιό.

Οι επιστήμονες της έρευνας ανέλυσαν ακολούθως δείγματα αίματος που είχαν ληφθεί πριν την πανδημία από 251 ασθενείς που είχαν αργότερα θετικές εξετάσεις για τον ιό, καθώς και μία ομάδα με 251 εθελοντές που δεν μολύνθηκαν με τον ιό. Όπως διαπίστωσαν, και πάλι πάνω από το 20% των δειγμάτων είχε αντισώματα που αναγνωρίζουν την πρωτεΐνη ακίδα του SARS-CoV-2, καθώς και τις πρωτεΐνες του νουκλεοκαψιδίου. Ωστόσο, το ποσοστό των ασθενών με τα παραπάνω αντισώματα ήταν μοιρασμένο ανάμεσα στις δύο ομάδες, γεγονός που δείχνει ότι δεν προστατεύουν από τη λοίμωξη με τον ιό. Επιπλέον, στην ομάδα που εμφάνισε COVID-19, τα επίπεδα των αντισωμάτων δεν σχετίστηκαν με τη σοβαρότητα της νόσησης από τον ιό ή την πιθανότητα διασωλήνωσης ή εισαγωγής στη ΜΕΘ.

Στο 3ο κομμάτι της έρευνας, οι επιστήμονες ανέλυσαν δείγματα αίματος από 27 νοσηλευόμενους ασθενείς με COVID-19 και διαπίστωσαν ότι τα επίπεδα των αντισωμάτων που αναγνωρίζουν τόσο τους εποχικούς κορονοϊούς, όσο και τον SARS-CoV-2, αυξήθηκαν μετά τη λοίμωξη με COVID-19.

Είναι σίγουρο ότι θα πρέπει να γίνουν έρευνες μεγαλύτερης κλίμακας προκειμένου να απαντηθεί το ερώτημα σχετικά με την προστασία που προσφέρουν τα αντισώματα από τους εποχικούς κορονοϊούς. Οι έρευνες αυτές θα πρέπει να εξετάσουν επίσης την προστασία από τα Τ λεμφοκύττταρα.

Προς το παρόν, πάντως, φαίνεται ότι τα αντισώματα που παράγονται μετά τη λοίμωξη με τους εποχικούς κορονοϊούς δεν προσδένονται σε περιοχές που μπορούν να εξουδετερώσουν τον SARS-CoV-2.