Ένας ανοσοκατεσταλμένος ασθενής με COVID-19 από την Αγγλία παρουσίασε μεταλλάξεις του SARS-CoV-2 το περασμένο καλοκαίρι, μεταξύ των οποίων και μία από αυτές που εντοπίζονται σήμερα στο στέλεχος B.1.1.7 που εξαπλώνεται στη Μεγάλη Βρετανία, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας έρευνας. Οι μεταλλάξεις αυτές εμφανίστηκαν πιθανώς μετά τη χορήγηση πλάσματος από ασθενείς που είχαν αναρρώσει, όπως υποστήριξαν οι επιστήμονες της μελέτης.

Ο ασθενής 70 ετών, ο οποίος είχε λάβει ανοσοτοξική χημειοθεραπεία το 2012 για την αντιμετώπιση λεμφώματος, νοσηλεύτηκε για COVID-19 και έλαβε αντιβιοτικά, στεροειδή και ρεμδεσιβίρη. Τον Ιούλιο έλαβε πλάσμα από ασθενείς που είχαν αναρρώσει και ακολούθως διαπιστώθηκε ότι ο ιός παρουσίασε μεταλλάξεις αντίστοιχες με αυτές που παρατηρούνται σήμερα στο στέλεχος Β.1.1.7 που κυκλοφορεί στη Μεγάλη Βρετανία.

«Παρατηρήσαμε επανειλημμένα εξελικτική απόκριση από τον SARS-CoV-2 ως απόκριση στη θεραπεία αντισωμάτων που χορηγήθηκε στον ανοσοκατεσταλμένο σαθενή», έγραψαν οι επιστήμονες στην έρευνά τους η οποία έχει δημοσιευτεί στο επιστημονικό περιοδικό Nature.

Ο 70χρονος άνδρας κατέληξε στα τέλη Αυγούστου. Οι επιστήμονες δεν πιστεύουν ότι η μετάλλαξη που κυκλοφορεί σήμερα στη Μεγάλη Βρετανία ξεκίνησε από τον συγκεκριμένο ασθενή, ωστόσο υποστήριξαν ότι η θεραπεία με πλάσμα μπορεί να οδηγήσει σε εμφάνιση ανθεκτικών στελεχών, ιδιαίτερα όταν χορηγείται σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς.

Στους ασθενείς αυτούς, όπως υποστήριξαν, «τα αντισώματα στο πλάσμα δεν υποστηρίζονται από κυτταροτοξικά Τ λεμφοκύτταρα, επομένως υπάρχει χαμηλή πιθανότητα να αντιμετωπιστεί εντελώς ο ιός και έχει έτσι το χρόνο να παρουσιάσει μεταλλάξεις».

Η επιστημονική ομάδα συνέστησε επίσης να μην χορηγείται πλάσμα από ασθενείς που έχουν αναρρώσει σε ασθενείς που νοσούν σοβαρά από COVID-19, ιδιαίτερα αν οι τελευταίου είναι ανοσοκατεσταλμένοι.

«Τα δεδομένα από το περιστατικό αυτό δείχνουν ότι θα πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί κατά τη χορήγηση πλάσματος σε ασθενείς που έχουν κατεσταλμένο το κομμάτι της ανοσίας με τα Τ ή τα Β λεμφοκύτταρα», έγραψαν οι επιστήμονες. Υποστήριξαν επίσης ότι η θεραπεία αυτή θα πρέπει να χορηγείται μόνο σε περιβάλλον κλινικών δοκιμών και μόνο όταν έχουν ληφθεί τα απαραίτητα μέτρα πρόληψης.

Ο 70χρονος ασθενής από την Αγγλία νοσηλεύτηκε αρχικά το Μάιο με ουδετεροπενική σήψη και ακολούθως είχε θετικές εξετάσεις για τον SARS-CoV-2 περίπου 1 εβδομάδα αργότερα. Έλαβε εξιτήριο στα τέλη του ίδιου μήνα, ωστόσο νοσηλεύτηκε ξανά στο νοσοκομείο τον Ιούνιο για βήχα και δύσπνοια.

Η κλινική του κατάσταση παρουσίασε επιδείνωση και έλαβε δεξαμεθαζόνη και ρεμδεσιβίρη. Ο ασθενής έλαβε θεραπεία με πλάσμα για 2 ημέρες στις 19 και 20 Ιουλίου, ενώ ακολούθως έλαβε ξανά πλάσμα και ρεμδεσιβίρη σχεδόν 4 εβδομάδες αργότερα και κατέληξε μετά από λίγες ημέρες.

Οι γιατροί εξέτασαν το στέλεχος του ιού στον ασθενή 23 φορές συνολικά. Στις πρώτες 57 ημέρες, δεν παρατηρήθηκαν μεταλλάξεις στο στέλεχος του ιού από τη ρεμδεσιβίρη. Ωστόσο, μετά τη χορήγηση πλάσματος τον Ιούλιο, ο ιικός γενότυπος παρουσίασε σημαντικές μεταβολές.

Ο ιός του ασθενούς παρουσίασε αρχικά μία μετάλλαξη που παρατηρήθηκε για πρώτη φορά στην Κίνα (D614G). Ωστόσο, στα τέλη του Ιουλίου εμφανίστηκε ένα νέο στέλεχος το οποίο είχε και τις δύο χαρακτηριστικές μεταλλάξεις που έχουν ανιχνευθεί σήμερα στο στέλεχος B.1.1.7.

Στην έρευνά τους, οι επιστήμονες υποστήριξαν ότι θα πρέπει να επανεξεταστεί η διάρκεια της καραντίνας των ανοσοκατεσταλμένων ασθενών, αν θέλουμε να περιορίσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο την εξάπλωση του ιού.

Ένας περιορισμός της έρευνας ήταν ότι εξέτασε μόνο τον συγκεκριμένο ασθενή, ενώ τα δείγματα είχαν απομονωθεί μόνο από το ανώτερο αναπνευστικό σύστημα.