Καθώς η πανδημία του COVID-19 συνεχίζεται με αμείωτο ρυθμό, το ίδιο ισχύει και για τις έρευνες οι οποίες έχουν ως στόχο να προσφέρουν νέα δεδομένα τα οποία θα διευκολύνουν την ανάπτυξη φαρμάκων και εμβολίων. Η καρδιακή υγεία και τα φάρμακα για τη διατήρησή της έχουν βρεθεί στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος εκατοντάδων ερευνών. Αρκετές από αυτές, αναμένεται να παρουσιαστούν στο American Heart Association Scientific Sessions 2020, το οποίο θα διεξαχθεί ηλεκτρονικά φέτος εξ’ αιτίας της πανδημίας. Δύο από τις έρευνες που θα παρουσιαστούν φέτος, μία για τις καρδιακές αρρυθμίες και τις επιδράσεις τους στον COVID-19 και μία για αντιϋπερταστικά φάρμακα, θα εξεταστούν στο παρόν άρθρο.

Η πρώτη έρευνα έχει τίτλο “Prevalence and Outcomes Among Hospitalized Patients With Covid-19 and Atrial Fibrillation or Flutter”.

Προηγούμενες έρευνες είχαν δείξει ότι οι ασθενείς με COVID-19 και ενδείξεις καρδιακών βλαβών έχουν υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας. Οι καρδιακές βλάβες εμφανίζονται συχνά ως αρρυθμίες με τη μορφή κολπικής μαρμαρυγής ή κολπικού πτερυγισμού. Η κολπική μαρμαρυγή αποτελεί τη συχνότερη μορφή αρρυθμίας και αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου που συνδέεται με αυξημένη θνησιμότητα, ιδιαίτερα σε ασθενείς της ΜΕΘ.

Η παρούσα έρευνες εξέτασε τα ποσοστά και την πορεία των νοσηλευομένων ασθενών με COVID-19 που παρουσίασαν κολπική μαρμαρυγή ή κολπικό πτερυγισμό. Οι επιστήμονες εξέτασαν ιατρικά αρχεία 435 ασθενών από το Yale Cardiovascular COVID Registry. Οι ασθενείς αυτοί ήταν ενήλικες (μέση ηλικία 68.2 ετών) και είχαν νοσηλευτεί κάποια στιγμή από το Μάρτιο μέχρι τον Ιούνιο του 2020 στο Yale New Haven Health System.

Από την ανάλυση των δεδομένων διαπιστώθηκε ότι οι το 7.8% των ασθενών διαγνώστηκαν για πρώτη φορά με κολπική μαρμαρυγή/πτερυγισμό κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τους, ενώ το 15.9% είχαν ιστορικό των παραπάνω αρρυθμιών. Συνολικά, περίπου το 20% των ασθενών παρουσίασε ένα επεισόδιο κολπικής μαρμαρυγής/πτερυγισμού κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του.

Περαιτέρω ανάλυση της πορείας των ασθενών με κολπική μαρμαρυγή/πτερυγισμό έδειξε ότι οι ασθενείς με ιστορικό των παραπάνω αρρυθμιών είχαν σημαντικά αυξημένο κίνδυνο θανάτου και εισαγωγής στη ΜΕΘ, ανεξαρτήτως άλλων καρδιακών, νεφρικών ή πνευμονικών νόσων. Από τα δεδομένα διαπιστώθηκε επίσης ότι οι κολπικές αρρυθμίες κατά τη νοσηλεία συνδέθηκαν ισχυρά με ακόμα υψηλότερο κίνδυνο θανάτου, καθώς και ανεπάρκειας πολλαπλών οργάνων.

«Η έρευνά μας έδειξε ότι ο COVID-19 σε ασθενείς με κολπικές αρρυθμίες χαρακτηρίζεται από σημαντικά αυξημένο κίνδυνο μειζόνων καρδιαγγειακών συμβαμάτων και θανάτου», υποστήριξε ο Zaniar Ghazizadeh, MD, επικεφαλής της έρευνας από το Yale New Haven Hospital. «Ο COVID-19 αυξάνει τον κίνδυνο αρρυθμιών, οι οποίες με τη σειρά τους συνδέονται με χειρότερη πρόγνωση από ανεπάρκεια πολλαπλών οργάνων. Οι γιατροί θα πρέπει να παρακολουθούν προσεκτικά την πορεία των ασθενών με αρρυθμίες και να χορηγούν τις κατάλληλες θεραπείες άμεσα».

Η δεύτερη έρευνα έχει τίτλο “Meta-analyses for the Effect of Renin-angiotensin-aldosterone System Inhibitors on Mortality and Testing Positive of Covid-19”.

Από την αρχή της πανδημίας υπάρχει μεγάλη ανησυχία σχετικά με δύο κατηγορίες φαρμάκων που χρησιμοποιούνται στην αντιμετώπιση της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας. Ο λόγος για τους αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACE) και τους αποκλειστές του υποδοχέα της αγγειοτενσίνης (ARBs).

Οι επιστήμονες της παρούσας έρευνας εξέτασαν τις βάσεις δεδομένων MEDLINE και EMBASE αναζητώντας ασθενείς που είχαν λάβει ένα ή περισσότερα από τα παραπάνω φάρμακα. Έκαναν συνολικά δύο μετα-αναλύσεις στις οποίες εξέτασαν τα αποτελέσματα 17 ερευνών με σκοπό να διαπιστώσουν: 1) το ποσοστό των ασθενών που είχαν θετικές εξετάσεις για τον ιό και 2) τα ποσοστά θνησιμότητας στους ασθενείς που νοσηλεύτηκαν.

Οι αναλύσεις τους κατέληξαν στα ακόλουθα συμπεράσματα:

  • Οι ασθενείς που έπαιρναν αναστολείς του ACE ή ARBs δεν είχαν αυξημένο κίνδυνο μόλυνσης με COVID-19
  • Οι νοσηλευόμενοι ασθενείς για COVID-19 που έπαιρναν αναστολείς του ACE ή ARBs δεν είχαν αυξημένα ποσοστά θνησιμότητας

Μία υπο-ανάλυση που επίσης έγινε, εξέτασε αποκλειστικά ασθενείς που λάμβαναν αντιϋπερταστικές θεραπείες. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι ασθενείς που έπαιρναν αναστολείς του ACE ή ARBs και νοσηλεύτηκαν είχαν χαμηλότερα ποσοστά θνησιμότητας σε σχέση με τους υπερταστικούς ασθενείς που δεν έπαιρναν τα παραπάνω φάρμακα.

«Τα αποτελέσματά μας ουσιαστικά επιβεβαιώνουν ότι οι ασθενείς που παίρνουν αναστολείς του ACE ή ARBs δεν πρέπει να σταματήσουν τη λήψη των φαρμάκων σε μία λοίμωξη με COVID-19», δήλωσε ο επικεφαλής της έρευνας Yujiro Yokoyama, MD, χειρουργός στο St Luke’s University Health Nerwork’s Easton Hospital της Pennsylvania. «Και οι δύο κατηγορίες φαρμάκων προσφέρουν οφέλη στην αντιμετώπιση της καρδιακής και της νεφρικής νόσου, γεγονός που επιβεβαιώνει τις προηγούμενες έρευνες που δεν είχαν παρατηρήσει αυξημένο κίνδυνο από τα παραπάνω φάρμακα».

Στην αρχή της πανδημίας του COVID-19, το American Heart Association είχε εκδώσει μία ανακοίνωση σε συνεργασία με τα Heart Failure Society of America και το American College of Cardiology σχετικά με τη χρήση των αναστολέων του ACE και των ARBs σε ασθενείς που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες για τον COVID-19. Σύμφωνα με την ανακοίνωση αυτή, οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, υπέρταση ή ισχαιμική καρδιακή νόσο δεν πρέπει να διακόψουν τη λήψη των παραπάνω φαρμάκων.