Οι ασθενείς που παρουσιάζουν σοβαρή νόσηση από COVID-19 είναι συνήθως ηλικιωμένοι και έχουν προϋπάρχουσες καρδιακές νόσους. Περίπου το 10% των ασθενών με COVID-19 πάσχουν από καρδιαγγειακή νόσο,  διαβήτη και υπέρταση.

Έκπληξη προκαλεί το γεγονός ότι οι ασθενείς με πνευμονικές παθήσεις, όπως το άσθμα και η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) αποτελούν μόλις το 6% των ασθενών που παρουσιάζουν σοβαρή νόσηση από COVID-19. Τα ποσοστά αυτά ταυτίζονται σε όλες τις χώρες με υψηλά ποσοστά του COVID-19, όπως η Κίνα, η Ιταλία η Μεγάλη Βρετανία και οι ΗΠΑ.

Οι ασθενείς με προϋπάρχουσες καρδιακές παθήσεις είναι αυτοί που πλήττονται περισσότερο από τον COVID-19, ωστόσο ο τελευταίος, μπορεί να προκαλέσει βλάβες στην καρδιά και σε ασθενείς χωρίς προϋπάρχουσες καρδιαγγειακές παθήσεις.

Στη σοβαρή λοίμωξη από COVID-19, παρατηρείται μία σοβαρή φλεγμονώδης απόκριση στην καρδιά που λέγεται μυοκαρδίτιδα. Ο ιός προσβάλλει τα κύτταρα της καρδιάς γεγονός που προκαλεί σοβαρή φλεγμονή στα κύτταρα του μυϊκού ιστού (μυοκάρδιο).

Το γεγονός αυτό μπορεί να επηρεάσει την ηλεκτρική δραστηριότητα της καρδιάς, με αποτέλεσμα να περιοριστεί η ικανότητα άντλησης αίματος. Ως αποτέλεσμα, μειώνεται η ποσότητα του οξυγόνου που φτάνει στα διάφορα όργανα, μεταξύ των οποίων και οι πνεύμονες. Τα αίτια του παραπάνω φαινομένου δεν είναι ακόμα γνωστά, ωστόσο υπάρχουν ήδη ορισμένες θεωρίες σχετικά με τους μηχανισμούς που πιθανώς εμπλέκονται.

Αρχικά, οι καρδιακές βλάβες μπορεί να σχετίζονται με την οδό που χρησιμοποιεί ο ιός για να εισέλθει στα κύτταρα. Η πρωτεΐνη spike που βρίσκεται στην επιφάνεια του ιού προσδένεται σε έναν υποδοχέα που βρίσκεται στην επιφάνεια του κυττάρου και λέγεται ACE2.

Στους ασθενείς με καρδιαγγειακή νόσο, ο αριθμός των υποδοχέων του ACE2 στην επιφάνεια του κυττάρου είναι μεγαλύτερος, γεγονός που επιτρέπει σε περισσότερα σωματίδια του ιού να εισέλθουν στο κύτταρο και να προκαλέσουν πιο εκτεταμένη φλεγμονή σε σχέση με τους ασθενείς που δεν έχουν καρδιακές παθήσεις.

Δεύτερον, όπως συμβαίνει με κάθε λοίμωξη, ο οργανισμός εκκινεί μία ανοσιακή απόκριση ενάντια στο παθογόνο. Αυτή απαιτεί περισσότερη ενέργεια και αύξηση του μεταβολισμού με σκοπό να αντιμετωπιστεί η ιογενής λοίμωξη. Αυτός είναι και ο λόγος που εμφανίζεται συνήθως πυρετός.

Το ανοσοποιητικό σύστημα σε ένα υγιές άτομο μπορεί να ξεκινήσει μία ικανοποιητική ανοσιακή απόκριση σε μία λοίμωξη και να παράξει αντισώματα για να αντιμετωπίσει τον ιό. Οι άνθρωποι που έχουν ασθενέστερο ανοσοποιητικό σύστημα, όπως οι ηλικιωμένοι και οι ασθενείς με υποκείμενα νοσήματα, δεν μπορούν να εκδηλώσουν εξίσου ισχυρή ανοσιακή απόκριση για να αντιμετωπίσουν τη λοίμωξη.

Ως αποτέλεσμα, η τελευταία εξελίσσεται ανεξέλεγκτα στον οργανισμό και προκαλεί βλάβες σε ζωτικά όργανα, ιδιαίτερα τους πνεύμονες και την καρδιά.

Οι γιατροί μπορούν να παρακολουθήσουν τη σοβαρότητα της μυοκαρδίτιδας, χρησιμοποιώντας μία εξέταση αίματος που λέγεται τροπονίνη. Η πρωτεΐνη αυτή βρίσκεται συνήθως στην καρδιά και απελευθερώνεται στην κυκλοφορία του αίματος μετά από σημαντικούς τραυματισμούς της καρδιάς, όπως για παράδειγμα ένα έμφραγμα.

Οι ασθενείς από το Wuhan που παρουσίασαν σοβαρή νόσηση είχαν αυξημένο κίνδυνο να έχουν υψηλότερη συγκέντρωση τροπονίνης στο αίμα τους σε σχέση με αυτούς που είχαν ηπιότερη νόσηση. Το ίδιο παρατηρήθηκε και στα περιστατικά των ασθενών από την Ιταλία.

Καταιγίδα Κυτταροκινών

Σε ορισμένους ασθενείς η μυοκαρδίτιδα μπορεί να εμφανιστεί αιφνιδίως και να είναι ιδιαίτερα σοβαρή. Αυτή λέγεται κεραυνοβόλος μυοκαρδίτιδα και έχει παρατηρηθεί τόσο σε νεκροψίες ασθενών που κατέληξαν από COVID-19, όσο και σε βιοψίες από ασθενείς που νοσούν.

Η ταχεία ανοσιακή απόκριση που παρατηρείται στην κεραυνοβόλο μυοκαρδίτιδα αποδίδεται σε ένα φαινόμενο που λέγεται καταιγίδα κυτταροκινών. Οι κυτταροκίνες είναι χημικές σηματοδοτικές ουσίες που απελευθερώνονται από τα ανοσιακά κύτταρα. Οι ουσίες αυτές προσελκύουν ένα μεγάλο αριθμό φλεγμονωδών κυττάρων (Τ-βοηθητικά κύτταρα) στο σημείο της λοίμωξης.

Στους ασθενείς που παρουσιάζουν καταιγίδα κυτταροκινών, παρατηρείται συχνά μία ανεξέλεγκτη φλεγμονή, η οποία μπορεί να οδηγήσει στο θάνατο του ασθενούς. Οι ασθενείς αυτοί έχουν αυξημένη τροπονίνη, αλλά και αυξημένα επίπεδα φλεγμονωδών δεικτών, τα οποία είναι ενδεικτικά σημαντικής ιογενούς λοίμωξης.

Αυτή τη στιγμή εξετάζεται από διάφορες έρευνες αν τα φάρμακα που περιορίζουν τη δράση του ανοσοποιητικού συστήματος μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να αντιμετωπιστεί η αιφνίδια φλεγμονώδης απόκριση.

Αρκετές ιογενείς λοιμώξεις επιβαρύνουν σημαντικά τον οργανισμό με αποτέλεσμα η καρδιά να μην μπορεί να ανταπεξέλθει και έτσι οι ασθενείς να καταλήγουν από καρδιακά προβλήματα και όχι από τις πνευμονικές παθήσεις. Ο COVID-19 έχει αρκετές ομοιότητες με προηγούμενες πανδημίες ιών του αναπνευστικού συστήματος.

Το 2009 ο ιός H1N1 προκάλεσε την πανδημία της γρίπης. Οι ασθενείς που νόσησαν από Η1Ν1 είχαν υψηλότερα ποσοστά επιπλοκών από την καρδιά σε σχέση με την εποχική γρίπη, με το 62% να παρουσιάζει κεραυνοβόλο μυοκαρδίτιδα.

Τα θετικά νέα είναι ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ασθενών με COVID-19 αναρρώνουν χωρίς να παρουσιάσουν σημαντικές μακροπρόθεσμες επιπλοκές.

Βιβλιογραφία: The Conversation