Οι ασθενείς με φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου που μολύνονται με COVID-19 δεν διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης σε σχέση με το γενικό πληθυσμό, όπως διαπίστωσε μία νέα έρευνα.

Οι επιστήμονες παρατήρησαν επίσης ότι τα μη στεροειδή ανοσορυθμιστικά φάρμακα, καθώς και οι βιολογικοί παράγοντες, δεν συνδέονται με χειρότερη πρόγνωση στους ασθενείς με φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου και COVID-19, ωστόσο δεν ισχύει το ίδιο για τα κορτικοστεροειδή, τα οποία συνδέθηκαν με κίνδυνο σοβαρής νόσησης.

«Η χρήση κορτικοστεροειδών στους ασθενείς με φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου συνδέεται συνήθως με μειωμένη πρόσβαση σε καλύτερα φάρμακα και χειρότερη πορεία της νόσου», τόνισε ο Dr Shailendra Singh, επικεφαλής της έρευνας από το Charleston Gastroenterology στη West Virginia των ΗΠΑ. «Στην έρευνά μας δεν καταφέραμε να κάνουμε προσαρμογή για τους παραπάνω παράγοντες, επομένως θα πρέπει να γίνουν μεγαλύτερες και πιο λεπτομερείς μελέτες».

Ο Dr Singh και οι συνεργάτες του χρησιμοποίησαν μία κρατική βάση δεδομένων, την TriNetX, η οποία είχε περισσότερους από 196.000 ασθενείς με φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου. Από τους παραπάνω, οι 1.901 είχαν θετικές εξετάσεις για τον COVID-19 κάποια στιγμή στο διάστημα 20 Ιανουαρίου-26 Μαΐου.

Η ερευνητικές ομάδα συνέκρινε τελικά τον κίνδυνο σοβαρής νόσησης σε 232 ασθενείς με φλεγμονώδη νόσο του εντέρου και 19.000 ασθενείς από το γενικό πληθυσμό οι οποίοι είχαν θετικές εξετάσεις για τον COVID-19 στο παραπάνω διάστημα. Ως «σοβαρή νόσηση» ορίστηκε η νοσηλεία ή/και θνησιμότητα σε 30 ημέρες μετά τη διάγνωση του COVID-19. Όπως διαπιστώθηκε, το 24% των ασθενών με φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου παρουσίασε σοβαρή νόσηση, ενώ το ίδιο ποσοστό στην ομάδα ελέγχου ήταν 21%.

Οι ασθενείς με φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου παρουσίασαν συμπτώματα από το γαστρεντερικό σε υψηλότερη συχνότητα σε σχέση με την ομάδα ελέγχου, όπως ναυτία και έμετο (11% έναντι 4%), διάρροια (8% έναντι 5%) και κοιλιακό άλγος (8% έναντι 3%).

Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Gastroenterology.

Οι ασθενείς με φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου που παρουσίαζαν σοβαρή νόσηση είχαν συνήθως μεγαλύτερη ηλικία και περισσότερες συννοσηρότητες σε σχέση με αυτούς που δεν νοσούσαν σοβαρά.

Οι επιστήμονες είχαν επίσης δεδομένα για τη φαρμακευτική αγωγή 166 ασθενών με φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου, μεταξύ των οποίων 62 που έπαιρναν βιολογικούς παράγοντες ή ανοσορυθμιστικά φάρμακα, 32 που έπαιρναν αμινοσαλικυλικά και 111 που έπαιρναν κορτικοστεροειδή. Η χρήση ανοσορυθμιστικών θεραπειών το έτος πριν τη διάγνωση του COVID-19 δεν συνδέθηκε με αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης.

Ωστόσο, από τους 71 ασθενείς που έπαιρναν κορτικοστεροειδή τους τελευταίους 3 μήνες, το 31% παρουσίασε σοβαρή νόσηση, ενώ το ίδιο ποσοστό ήταν 19% στην ομάδα που δεν έπαιρνε τα παραπάνω φάρμακα.

«Οι ασθενείς με φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου που βρίσκονται σε περίοδο ύφεσης πρέπει να συνεχίζουν κανονικά τους βιολογικούς παράγοντες και τα ανοσορυθμιστικά φάρμακα», είπε ο Dr Singh.

«Ο κίνδυνος σοβαρής νόσησης από COVID-19 στους ασθενείς με φλεγμονώδη νόσο του εντέρου εξαρτάται από τους ίδιους παράγοντες με αυτούς του γενικού πληθυσμού, όπως για παράδειγμα η ηλικία και οι συννοσηρότητες. Οι ασθενείς με διαβήτη, πνευμονικές παθήσεις ή καρδιακή νόσο πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά και να χορηγείται επιθετική αγωγή, ανεξαρτήτως αν έχουν φλεγμονώδη νόσο του εντέρου ή όχι», πρόσθεσε.

«Θα χρειαστεί να γίνουν μεγαλύτερες έρευνες προκειμένου να κατανοήσουμε καλύτερα το ρόλο των βιολογικών παραγόντων, των ανοσορυθμιστικών φαρμάκων και των στεροειδών στους ασθενείς με COVID-19», κατέληξε ο Singh.

Βιβλιογραφία: Medscape