Η άμεση χορήγηση αντιπηκτικής αγωγής στους ασθενείς που νοσηλεύονται για COVID-19 συνδέεται με μειωμένη θνητότητα συγκριτικά με τη μη χορήγηση της παραπάνω θεραπείας.

Σε μία έρευνα παρατήρησης η οποία εξέτασε ασθενείς που νοσηλεύτηκαν για COVID-19 στο Department of Veteran Affairs των ΗΠΑ, διαπιστώθηκε ότι αυτοί που έλαβαν αντιπηκτική αγωγή τις πρώτες 24 ώρες μετά την εισαγωγή τους στο νοσοκομείο, είχαν 27% μειωμένο κίνδυνο θανάτου κατά τις 30 ημέρες από την εισαγωγή στο νοσοκομείο, συγκριτικά με αυτούς που δεν έλαβαν αντιπηκτική αγωγή.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό BMJ.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες της έρευνας, από τα αποτελέσματά τους φαίνεται ότι είναι προτιμότερο να χορηγείται προφυλακτικά αντιπηκτική αγωγή νωρίς στην πορεία της νόσου, καθώς μπορεί να προσφέρει περισσότερα οφέλη συγκριτικά με τη χορήγησή της αργότερα, όταν ο ασθενής παρουσιάζει πλέον σοβαρά συμπτώματα.

Η έρευνα εξέτασε συνολικά 4.297 ασθενείς (μέση ηλικία 68, 93% άνδρες) που νοσηλεύτηκαν στα νοσοκομεία του Department of Veterans Affairs από την 1η Μαρτίου μέχρι την 31η Ιουλίου του 2020 με εργαστηριακά επιβεβαιωμένη COVID-19 λοίμωξη και χωρίς ιστορικό διαταραχών της πήξης.

Από τους παραπάνω εθελοντές, οι 3.627 (84.4%) έλαβαν προφυλακτική αντιπηκτική θεραπεία μέσα σε 24 ώρες από την έναρξη της νοσηλείας τους.

Από το σύνολο των ασθενών, οι 622 (14.5%) κατέληξαν μέσα σε 30 ημέρες από την εισαγωγή τους στο νοσοκομείο.

Μετά την ανάλυση των αποτελεσμάτων, οι επιστήμονες της έρευνας διαπίστωσαν ότι η θνητότητα στους ασθενείς που είχαν λάβει αντιπηκτική αγωγή προφυλακτικά ήταν 14.3%, ενώ σε αυτούς που δεν είχαν λάβει την παραπάνω θεραπεία ήταν 18.7%.

Βλέπουμε έτσι, συνολικά, ότι οι ασθενείς που έλαβαν αντιπηκτική αγωγή εγκαίρως είχαν 27% μειωμένη κίνδυνο θανάτου σε 30 ημέρες, συγκριτικά με αυτούς που δεν έλαβαν αντιπηκτικά.

Η προφυλακτική αντιπηκτική αγωγή συνδέθηκε επίσης με 31% μειωμένο κίνδυνο θνησιμότητας στο νοσοκομείο και 19% μειωμένη πιθανότητα ανάγκης αντιπηκτικής αγωγής αργότερα.

Δεν παρατηρήθηκε αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας στους ασθενείς που έλαβαν την παραπάνω θεραπεία.

Τα αποτελέσματα της παρούσας μελέτης συμφωνούν με αυτά μίας έρευνας παρατήρησης που είχε διεξαχθεί από την ίδια επιστημονική ομάδα στο παρελθόν.

Η έρευνα αυτή είχε εξετάσει 4.389 ασθενείς (μέση ηλικία 65, 44% γυναίκες) που νοσηλεύτηκαν με COVID-19 στο Mount Sinai Health System από την 1η Μαρτίου μέχρι την 30η Απριλίου 2020.

1.530 (34.9%) από τους παραπάνω ασθενείς δεν έλαβαν καμία αντιπηκτική αγωγή, 900 (20.5%) έλαβαν αντιπηκτική αγωγή θεραπευτικά, ενώ 1.959 (44.6%) έλαβαν προφυλακτική αντιπηκτική θεραπεία.

Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι οι ασθενείς που έλαβαν προφυλακτική ή θεραπευτική αντιπηκτική αγωγή είχαν σχεδόν 50% αυξημένα ποσοστά επιβίωσης σε σχέση με τους ασθενείς που δεν έλαβαν καμία αντιπηκτική θεραπεία.

Τον Ιανουάριο, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συνέστησε να χορηγείται χαμηλή δόση αντιπηκτικής αγωγής στους ασθενείς, αν και υποστήριξε ότι η οδηγία αυτή έχει βασιστεί σε πολύ περιορισμένα δεδομένα. Τόνισε επίσης ότι οι υψηλότερες δόσεις μπορεί να προκαλέσουν άλλου είδους επιπλοκές.

Το Δεκέμβριο του 2020, το National Heart, Lung and Blood Institute (NHLBI) των ΗΠΑ διέκοψε 3 έρευνες (REMAP-CAP, ACTIV-4 και ATTACC) που είχαν ως στόχο να εξετάσουν την αποτελεσματικότητα της αντιπηκτικής θεραπείας σε ασθενείς που νοσούσαν σοβαρά από COVID-19, λόγω ανησυχίας για την ασφάλεια της προσέγγισης αυτής.

Οι ασθενείς στις παραπάνω έρευνες είχαν νοσηλευτεί σε ΜΕΘ και επομένως υπήρχε αυξημένος κίνδυνος να παρουσιάσουν αιμορραγία. Ωστόσο, οι ασθενείς που νοσηλεύονται αλλά δεν έχουν μπει ακόμα στη ΜΕΘ, δεν διατρέχουν υψηλό κίνδυνο αιμορραγίας, επομένως μπορούν να απολαύσουν τα περισσότερα οφέλη από την προφυλακτική χορήγηση αντιπηκτικής αγωγής χωρίς κινδύνους.