Σύμφωνα με δεδομένα από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, τα επιβεβαιωμένα περιστατικά του COVID-19 έχουν ξεπεράσει τα 50 εκατομμύρια. Καθώς ο αριθμός αυτός διογκώνεται καθημερινά, οι επιστήμονες συνεχίζουν να εξετάζουν τον τρόπο που το ανοσοποιητικό σύστημα ανταποκρίνεται στον ιό, προσπαθώντας να περιορίσει τη δράση του.

Ιδιαίτερα η ανοσία έχει βρεθεί στο επίκεντρο του ερευνητικού ενδιαφέροντος. Συγκεκριμένα, προσπαθούμε σήμερα να κατανοήσουμε ποια είναι η διάρκεια της ανοσίας που αναπτύσσεται μετά την ανάρρωση των ασθενών, καθώς και αν η σοβαρότητα των συμπτωμάτων μπορεί να επηρεάσει τη διάρκεια ή την ισχύ της ανοσίας.

Η απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα θα ανοίξει το δρόμο για την ανάπτυξη αποτελεσματικών θεραπειών και εμβολίων, ενώ θα μας βοηθήσει επίσης να κατανοήσουμε αν η ανοσία της αγέλης είναι ρεαλιστικός στόχος.

Ένας δείκτης επαρκούς ανοσίας για οποιαδήποτε ιογενή λοίμωξη είναι η παρουσία αντισωμάτων ειδικών για τον ιό. Στον SARS-CoV-2, δεν γνωρίζουμε ακόμα αν η λοίμωξη με τον ιό μπορεί να οδηγήσει σε μακροχρόνια ανοσία.

Προκειμένου να δώσει απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα, μία νέα έρευνα εξέτασε τα αντιιικά αντισώματα σε μία ομάδα εθελοντών που είχαν αναρρώσει από τον COVID-19.

Η Ανοσία

Η παρούσα έρευνα διεξήχθη από ερευνητές στο Brigham and Women’s Hospital της Βοστόνης και δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Cell.

Οι επιστήμονες εξέτασαν δείγματα αίματος και κύτταρα από ασθενείς που είχαν αναρρώσει από ήπια ή μέτρια νόσηση με COVID-19.

Αν και οι περισσότεροι εθελοντές παρουσίασαν μείωση στον αριθμό των αντισωμάτων για τον SARS-CoV-2, ένας μικρός αριθμός ασθενών διατήρησε τα αντισώματά του για αρκετούς μήνες.

Για την έρευνά τους, οι επιστήμονες εξέτασαν 92 εθελοντές από την περιοχή της Βοστόνης οι οποίοι είχαν αναρρώσει από COVID-19 στους μήνες Μάρτιο μέχρι Ιούνιο.

Εκτός από 5 εθελοντές που νοσηλεύτηκαν, όλοι οι υπόλοιποι παρουσίασαν ήπια συμπτώματα. Οι επιστήμονες έλαβαν δείγματα αίματος κατά την υποχώρηση των συμπτωμάτων στους ασθενείς και στη συνέχεια κάθε 1 μήνα.

Υπολογίζοντας τα επίπεδα των αντισωμάτων της ανοσοσφαιρίνης G σε ένα διάστημα 3-4 μηνών, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι, αν και οι περισσότεροι εθελοντές είχαν παρουσιάσει μείωση των αντισωμάτων, το 20% είχε διατηρήσει ή ακόμα και ενισχύσει την παραγωγή των παραπάνω αντισωμάτων στο ίδιο διάστημα.

Οι εθελοντές που διατήρησαν το επίπεδο των αντισωμάτων είχαν παρουσιάσει συμπτώματα COVID-19 για μικρότερη διάρκεια (περίπου 10 ημέρες), συγκριτικά με τους υπολοίπους (16 ημέρες).

Η ίδια ομάδα εθελοντών είχε επίσης σημαντικές διαφορές στα CD4+ Τ λεμφοκύτταρα τα οποία διατηρήθηκαν μετά την ανάρρωση, καθώς και άλλα ανοσιακά κύτταρα που συνδέονται με καλύτερη ανοσιακή μνήμη και μακροχρόνια ανοσία.

Οι παραπάνω παρατηρήσεις δείχνουν ότι μία ικανή ανοσιακή απόκριση, η οποία οδηγεί σε ταχεία υποχώρηση των συμπτωμάτων, μπορεί να επηρεάσει τη διάρκεια της ανοσίας που αναπτύσσεται.

Δεδομένα από Προηγούμενες Έρευνες

Σήμερα δεν έχουμε κατανοήσει πλήρως ακόμα τη ανοσιακή απόκριση του ανθρωπίνου οργανισμού στο νέο κορονοϊό.

Ωστόσο, σε μία έρευνα που δημοσιεύτηκε στις 16 Σεπτεμβρίου οι συγγραφείς προσέφεραν αρκετά δεδομένα που εξηγούν την ανοσιακή απόκριση ενάντια στον ιό, καθώς και τον τρόπο που η τελευταία επηρεάζει τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων και τη διάρκεια της ανοσίας.

Εξετάζοντας τρεις μείζονες κυτταρικούς τύπους (τα Β λεμφοκύτταρα που παράγουν αντισώματα, τα Τ κυτταροτοξικά κύτταρα και τα Τ βοηθητικά λεμφοκύτταρα) αναφορικά με τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων του COVID-19, διαπίστωσαν ότι όταν και οι 3 τύποι ενεργοποιούνται επαρκώς και υπάρχει ισχυρή απόκριση από τα Τ λεμφοκύτταρα, οι ασθενείς έχουν καλύτερη πορεία συγκριτικά με τους ασθενείς όπου η ανοσιακή απόκριση δεν είναι συντονισμένη.

Κατά συνέπεια, φαίνεται ότι ο κατάλληλος συντονισμός της ανοσιακής απόκρισης, ιδιαίτερα από τα Τ λεμφοκύτταρα, μπορεί να περιορίσει τη σοβαρότητα της νόσησης και να οδηγήσει σε μεγαλύτερης διάρκειας ανοσία.

Περιορισμοί της Έρευνας και Μελλοντικοί Στόχοι

Καθώς η νέα έρευνα εξέτασε σχεδόν αποκλειστικά καυκάσιες γυναίκες, οι επιστήμονες τόνισαν ότι στο μέλλον θα πρέπει να γίνουν έρευνες με διαφορετικές πληθυσμιακές ομάδες, προκειμένου να επιβεβαιωθεί ότι τα δεδομένα ισχύουν και γι’ αυτούς του πληθυσμούς.

Επιπλέον, θα πρέπει να εξεταστούν και ασυμπτωματικοί φορείς, καθώς και ασθενείς με σοβαρά συμπτώματα, προκειμένου να διαπιστωθεί ποια είναι η διάρκεια της ανοσίας σε αυτούς.

Μόλις έχουμε τις απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα, θα ανοίξει ο δρόμος για την ανάπτυξη αποτελεσματικών θεραπειών και εμβολίων που θα οδηγήσουν στο στόχο της ανοσίας της αγέλης.