Μία νέα έρευνα προσθέτει επιπλέον δεδομένα στην εμπλοκή του εντερικού μικροβιώματος στην αιτιολογία της νόσου Alzheimer.

Η έρευνα διαπίστωσε σχέση μεταξύ των αλλαγών στο εντερικό μικροβίωμα, δηλαδή των χολικών οξέων και των δομικών και λειτουργικών αλλαγών που σχετίζονται με τη νόσο Alzheimer, καθώς και των δεικτών του εγκεφαλονωτιαίου υγρού για το β αμυλοειδές και την πρωτεΐνη ταυ.

Τα ευρήματα «υποστηρίζουν τη θεωρία ότι οι οδοί των χολικών οξέων παίζουν ρόλο στη νόσο Alzheimer», είπε ο Κουάνγκσικ Νο, επικεφαλής της έρευνας από το Πανεπιστήμιο της Ιντιάνα.

«Οι οδοί σηματοδότησης των χολικών οξέων μπορεί να οδηγήσουν σε ταυτοποίηση των μεταβολιτών που έχουν προστατευτική δράση για τη νόσο Alzheimer, με αποτέλεσμα να είναι δυνατό να αναπτυχθούν νέες θεραπείες. Χρειάζεται, ωστόσο να αποδειχθεί αιτιολογική συσχέτιση από μελλοντικές έρευνες», είπε ο Νο.

«Στο μέλλον, μπορεί να ανακαλυφθούν νέες θεραπείες για τη νόσο Alzheimer βασισμένες στη ρύθμιση του εντερικού μικροβιώματος με φάρμακα ή προβιοτικά», πρόσθεσε.

Η υγεία του εντέρου συνδέεται με την υγεία του εγκεφάλου

Σε μία προσπάθεια να συνδέσουν τις περιφερικές μεταβολικές αλλαγές και τις αλλαγές του εγκεφάλου στους ασθενείς με νόσο Alzheimer, ο Νο και οι συνεργάτες του ανέλυσαν δεδομένα από 1562 ηλικιωμένους με πρώιμη νόσο Alzheimer ή με αυξημένο κίνδυνο για τη νόσο.

Εκτίμησαν τη σχέση μεταξύ των χολικών οξέων με τους βιοδείκτες του ΕΝΥ αλλά και νευροαπεικονιστικούς βιοδείκτες, μεταξύ των οποίων η ατροφία του εγκεφάλου (υπολογίστηκε με MRI) και ο εγκεφαλικός μεταβολισμός της γλυκόζης (με PET scan).

Ο Νο δήλωσε ότι τρία ευρήματα ήταν αυτά που ξεχώρισαν.

Πρώτον, οι χαμηλότερες συγκεντρώσεις των πρωτογενών χολικών οξέων που συνθέτονται στο ήπαρ από τη χοληστερόλη συνδέθηκαν με μειωμένες γνωστικές λειτουργίες, μειωμένο όγκο του ιπποκάμπου και μειωμένο μεταβολισμό της γλυκόζης στον εγκέφαλο.

Δεύτερον, οι υψηλές συγκεντρώσεις των δευτερογενών χολικών οξέων που παράγονται στο έντερο από τα βακτήρια που βρίσκονται εκεί, συνδέθηκαν με υψηλότερες τιμές φωσφορυλιωμένης ταυ στο ΕΝΥ αλλά και συνολικά επίπεδα ταυ στο ΕΝΥ, καθώς και μεγαλύτερες δομικές ατροφίες του εγκεφάλου και μειωμένο μεταβολισμό της γλυκόζης στον εγκέφαλο.

Τρίτον, οι υψηλές συγκεντρώσεις των δευτερογενών χολικών οξέων σε σχέση με τα πρωτογενή χολικά οξέα σχετίστηκαν με χαμηλότερες τιμές Αβ1-42 στο ΕΝΥ, μεγαλύτερες δομικές ατροφίες του εγκεφάλου και μειωμένο μεταβολισμό της γλυκόζης στον εγκέφαλο.

Ένα νέο μέτωπο

«Αν και ακόμα βρίσκεται στην αρχή, η έρευνα για το εντερικό μικροβίωμα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς μας δείχνει γιατί η διατροφή είναι σημαντική για την υγεία του εγκεφάλου», είπε η Μαρία Καρίγιο, μία επιστήμονας από το Alzheimer’s Association. «Για παράδειγμα, η έρευνα αυτή μπορεί να μας προσφέρει στοιχεία σχετικά με τον τρόπο που τα “καλά λίπη” βοηθούν στη διατήρηση της υγείας του εγκεφάλου, επιτρέποντάς μας να επιλέξουμε τα σωστά τρόφιμα».

«Επιπλέον», είπε η Καρίγιο, «αν αποδειχτεί ότι τα βακτήρια αυτά είναι αποτελεσματικοί και ακριβείς δείκτες της αιτίας ή της πορείας της νόσου Alzheimer, μπορεί να έχουν χρησιμότητα ως διαγνωστικά εργαλεία, μέσω μίας απλής εξέτασης αίματος. Θα μπορούν για παράδειγμα, να χρησιμοποιηθούν για να ταυτοποιήσουμε άτομα που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για τη νόσο ή να ελέγξουμε την πορεία της θεραπείας. Ωστόσο, ακόμα βρισκόμαστε στο πρώτο βήμα. Δεν γνωρίζουμε ακόμα τι σημαίνουν οι αλλαγές που παρατηρήθηκαν, ούτε αν αποτελούν αίτιο ή αποτέλεσμα της νόσου».

Η Μάρθα Μόρρις, μία επιστήμονας από το Πανεπιστήμιο του Rush στο Σικάγο, είπε ότι οι έρευνες πάνω στον άξονα εντέρου-εγκεφάλου και της σχέσης του με τη νόσο Alzheimer αποτελούν ένα νέο πεδίο έρευνας που μπορεί να οδηγήσει σε νέες ανακαλύψεις σχετικά με την πρόληψη και τη θεραπεία της νόσου.

«Τα τελευταία 15 χρόνια, οι έρευνες έχουν αποδείξει ότι η διατροφή αποτελεί παράγοντα κινδύνου για τη νόσο Alzheimer. Το νέο αυτό πεδίο έρευνας αποκαλύπτει πώς οι διατροφικές συνήθειες μπορεί να σχετίζονται με την υγεία του εγκεφάλου και την άνοια», είπε η Μόρρις.

Βιβλιογραφία: Medscape