Η καθημερινή λήψη ενός συμπληρώματος βιταμίνης D δεν βοηθά στην πρόληψη του διαβήτη τύπου 2, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας έρευνας που δημοσιεύτηκε στο The New England Journal of Medicine. Στην έρευνα, η οποία εξέτασε τη σύνδεση ανάμεσα στη βιταμίνη D και το διαβήτη τύπου 2, έλαβαν μέρος 2.423 ενήλικες. Τα αποτελέσματά της παρουσιάστηκαν στο 79th Scientific Sessions of the American Diabetes Association στο Σαν Φρανσίσκο.

Η έρευνα D2d είναι η μεγαλύτερη έρευνα που εξετάζει αν η καθημερινή λήψη συμπληρωμάτων βιταμίνης D έχει χρησιμότητα στην πρόληψη του διαβήτη τύπου 2 για τους ασθενείς που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο. Στην έρευνα έλαβαν μέρος ενήλικες ηλικίας 30 ετών και άνω οι οποίοι χωρίστηκαν σε δύο ομάδες. Η πρώτη ομάδα έλαβε 4000 Διεθνείς Μονάδες (IU) βιταμίνης D (D3) καθημερινά, ενώ η δεύτερη έλαβε placebo. Σε όλους τους εθελοντές μετρήθηκαν τα επίπεδα της βιταμίνης D στην αρχή της έρευνας και διαπιστώθηκε ότι το 80% από αυτούς είχε ικανοποιητικά επίπεδα, σύμφωνα με τις διεθνείς οδηγίες.

«Αρκετές έρευνες παρατήρησης έχουν αναφέρει σύνδεση ανάμεσα στα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D και τον αυξημένο κίνδυνο διαβήτη τύπου 2», είπε η Μιρλέν Στάτεν, μία επιστήμονας που είχε λάβει μέρος στην έρευνα. «Επιπλέον, μικρότερες έρευνες είχαν διαπιστώσει ότι η βιταμίνη D μπορεί να βελτιώσει τη λειτουργία των β κυττάρων, τα οποία παράγουν ινσουλίνη. Ωστόσο, δεν γνωρίζαμε αν τα συμπληρώματα βιταμίνης D μπορούν να βοηθήσουν στην πρόληψη ή να καθυστερήσουν την εμφάνιση του διαβήτη τύπου 2».

Η έρευνα είχε διάρκεια περίπου 2.5 χρόνια. Στη διάρκειά της, οι εθελοντές εξετάστηκαν κάθε 3-6 μήνες για να διαπιστωθεί αν είχε εμφανιστεί διαβήτης. Οι ερευνητές συνέκριναν τον αριθμό των εθελοντών που εμφάνισαν διαβήτη στις δύο ομάδες. Όπως παρατήρησαν, στο τέλος της έρευνας, οι 293 από τους 1211 εθελοντές (24.2%) παρουσίασαν διαβήτη στην ομάδα που λάμβανε βιταμίνη D, ενώ ο αντίστοιχος αριθμός στην ομάδα του placebo ήταν 323 στους 1212 (26.7%). Η διαφορά στα δύο ποσοστά δεν θεωρήθηκε στατιστικώς σημαντική.

Η έρευνα D2d εξέτασε εθελοντές με μεγάλη ποικιλομορφία αναφορικά με το φύλο, την ηλικία, το δείκτη μάζας σώματος, καθώς και την εθνικότητα, επομένως τα αποτελέσματά της αφορούν ένα μεγάλο αριθμό ασθενών που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο διαβήτη τύπου 2.

«Εκτός από το μεγάλο μέγεθος της έρευνας, το γεγονός ότι είχε μεγάλη ποικιλομορφία, ήταν ένα από τα θετικά της στοιχεία, γεγονός που μας επέτρεψε να εξετάσουμε καλύτερα τις επιδράσεις της βιταμίνης D στην πρόληψη του διαβήτη», είπε ο Αναστάσιος Πίττας, επικεφαλής της έρευνας από το Tufts Medical Center στη Βοστόνη. «Στο τέλος της έρευνας, δεν παρατηρήσαμε σημαντική διαφορά στις δύο ομάδες ανεξαρτήτως φύλου, ηλικίας, φυλής ή εθνικότητας».

Το ποσοστό των ασθενών που λαμβάνουν συμπληρώματα βιταμίνης D αυξάνεται σταθερά τα τελευταία 20 χρόνια. Για το λόγο αυτό, οι επιστήμονες της μελέτης θέλησαν να εξετάσουν επίσης την ασφάλεια των 4000 IU της βιταμίνης καθημερινά (η προτεινόμενη δόση είναι τα 600-800 IU). Οι ερευνητές δεν παρατήρησαν διαφορά στον αριθμό και τη συχνότητα των ανεπιθυμήτων ενεργειών, όπως τα υψηλά επίπεδα ασβεστίου στο αίμα και η νεφρολιθίαση, ανάμεσα στις δύο ομάδες.

«Όπως μάθαμε από το Diabetes Prevention Program (DPP), ο διαβήτης τύπου 2 δεν είναι αναπόφευκτος στα άτομα με υψηλό κίνδυνο εμφάνισης της νόσου», είπε ο διευθυντής του NIDDK των ΗΠΑ, Γκρίφιν Ρότζερς. «Αν και αναζητούμε συνεχώς νέους τρόπους πρόληψης, προς το παρόν οι αλλαγές στον τρόπο ζωής και η μετφορμίνη αποτελούν τις μόνες επιβεβαιωμένες προσεγγίσεις», κατέληξε.

Βιβλιογραφία: NIH

Φωτογραφία: Collin Grady