Το κάπνισμα αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο σοβαρής νόσησης και θανάτου από COVID-19, σύμφωνα με τα αποτελέσματα μίας μεγάλης μελέτης που εξέτασε δεδομένα από το UK Biobank.

Η μελέτη, η οποία δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Thorax είναι η πρώτη του είδους της που συνδυάζει γενετικά δεδομένα και αποτελέσματα από έρευνες παρατήρησης με σκοπό να ενισχύσει τις γνώσεις μας σχετικά με τη σύνδεση ανάμεσα στο ιστορικό καπνίσματος και την COVID-19.

Μέχρι σήμερα, τα διαθέσιμα δεδομένα για τη σύνδεση ανάμεσα στους δύο παραπάνω παράγοντες ήταν πολύ περιορισμένα, όπως υποστήριξαν οι επιστήμονες της παρούσας μελέτης.

Ορισμένες έρευνες από την αρχή της πανδημίας είχαν δείξει ότι τα ποσοστά των καπνιστών ήταν σχετικά χαμηλά στους ασθενείς που νοσηλεύονται για COVID-19, ενώ άλλες μελέτες είχαν υποστηρίξει ότι το κάπνισμα αποτελεί παράγοντα κινδύνου για τη σοβαρή νόσηση.

Οι περισσότερες από τις παραπάνω μελέτες, ωστόσο ήταν έρευνες παρατήρησης και επομένως δεν είχαν καταφέρει να αποδείξουν σχέση αιτίας-αποτελέσματος.

Θέλοντας να ξεπεράσουν τα προβλήματα των παραπάνω ερευνών, οι επιστήμονες της παρούσας μελέτης χρησιμοποίησαν δεδομένα από έρευνες παρατήρησης σε συνδυασμό με Μεντελική τυχαιοποίηση.

Η Μεντελική τυχαιοποίηση είναι μία τεχνική που χρησιμοποιεί γενετικά αλληλόμορφα ως δείκτες για ένα συγκεκριμένο παράγοντα κινδύνου. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι η παρουσία των παραπάνω γονιδίων αυξάνει την πιθανότητα ενός ατόμου να ξεκινήσει το κάπνισμα ή να καπνίζει περισσότερο. Με τον τρόπο αυτό είναι ευκολότερο να αποδειχθεί σχέση αιτίας-αποτελέσματος.

Στα πλαίσια της μελέτης τους, οι επιστήμονες εξέτασαν ιατρικά αρχεία, αποτελέσματα εξετάσεων για την COVID-19 και πιστοποιητικά θανάτου με σκοπό να διαπιστώσουν αν υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στο ιστορικό καπνίσματος και τη σοβαρότητα της COVID-19 λοίμωξης. Τα δεδομένα αφορούν 421.469 ασθενείς και αντλήθηκαν από τη βάση UK Biobank από τον Ιανουάριο μέχρι τον Αύγουστο του 2020.

Στο παραπάνω διάστημα, 13.446 (3.2%) εθελοντές έκαναν εξέταση PCR για την COVID-19. Οι 1.649 (0.4%) είχαν θετικές εξετάσεις. Από αυτούς οι 968 (0.2%) χρειάστηκαν νοσηλεία, ενώ οι 444 (0.1%) κατέληξαν.

Οι περισσότεροι εθελοντές δεν είχαν ιστορικό καπνίσματος (59%), το 37% ήταν πρώην καπνιστές, ενώ το 4% κάπνιζαν ακόμα. Από τους καπνιστές, το 71% έκανε 1-19 τσιγάρα την ημέρα, ενώ το υπόλοιπο 29% έκανε πάνω από 20.

Συγκριτικά με αυτούς που δεν είχαν ιστορικό καπνίσματος, οι καπνιστές είχαν 80% αυξημένο κίνδυνο να νοσηλευτούν και να καταλήξουν από COVID-19 όπως διαπίστωσε η μελέτη.

Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν Μεντελική τυχαιοποίηση προκειμένου να εξετάσουν αν η γενετική προδιάθεση για το κάπνισμα συνδέεται με τη σοβαρότητα της νόσησης από COVID-19 σε 281.105 εθελοντές από το αρχικό δείγμα που ζούσαν στην Αγγλία.

Από την ανάλυση διαπιστώθηκε ότι η γενετική προδιάθεση για το κάπνισμα συνδέεται με 45% αυξημένο κίνδυνο λοίμωξης και 60% αυξημένο κίνδυνο νοσηλείας από COVID-19.

Οι επιστήμονες παρατήρησαν επίσης ότι η γενετική προδιάθεση για το κάπνισμα συνδέεται με διπλάσιο κίνδυνο μόλυνσης, πενταπλάσιο κίνδυνο νοσηλείας και δεκαπλάσιο κίνδυνο θανάτου από τον ιό.

Αν και οι συγγραφείς της μελέτης αναγνωρίζουν ότι βασίστηκαν περισσότερο σε δεδομένα από νοσοκομεία, τα οποία δεν είναι αντιπροσωπευτικά του γενικού πληθυσμού, υποστήριξαν ότι οι παρατηρήσεις τους ουσιαστικά επιβεβαιώνουν τη σχέση αιτίας-αποτελέσματος ανάμεσα στο κάπνισμα και τη σοβαρότητα της COVID-19 λοίμωξης.

Σε ένα άρθρο που συνόδευσε τα αποτελέσματα της έρευνας, οι Anthony Laverty και Christopher Millet από το Imperial College London υποστήριξαν ότι η θεωρία ότι το κάπνισμα μπορεί να προστατεύσει από την COVID-19 ήταν μάλλον απίθανη.

Πρόσθεσαν επίσης ότι η εξάπλωση ενός αναπνευστικού ιού αποτελεί ιδανική ευκαιρία για να ενταθούν οι προσπάθειες για τον περιορισμό του καπνίσματος στην κοινότητα. Αναφέρθηκαν επίσης και στα υπόλοιπα αρνητικά από το κάπνισμα, θέτοντας ως στόχο να περιοριστούν τα ποσοστά των καπνιστών σε λιγότερο από το 5% μέχρι το 2030.

Φωτογραφία: Ivan Radic