Χρησιμοποιώντας την τεχνολογία γονιδιακής τροποποίησης CRISPR, μία επιστημονική ομάδα κατάφερε να περιορίσει τη μετάδοση του SARS-CoV-2 από κύτταρα που έχουν μολυνθεί. Η παραπάνω μελέτη, η οποία δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Communications, ανοίγει το δρόμο για την ανάπτυξη νέων θεραπειών για την αντιμετώπιση της COVID-19. Αν και το αποτέλεσμα αυτό έχει δοκιμαστεί προς το παρόν μόνο σε εργαστηριακά πειράματα, οι επιστήμονες σκοπεύουν να επιβεβαιώσουν σύντομα τις παρατηρήσεις τους σε πειραματόζωα.

Η τεχνική CRISPR επιτρέπει στους επιστήμονες να επεξεργαστούν αλληλουχίες DNA με σκοπό να τροποποιήσουν τη λειτουργία συγκεκριμένων γονιδίων. Η προσέγγιση χρησιμοποιείται ήδη και στο παρελθόν έχει καταφέρει να αποτρέψει την εμφάνιση αρκετών καρκίνων της παιδικής ηλικίας.

Η επιστημονική ομάδα της παρούσας μελέτης χρησιμοποίησε το ένζυμο CRISPR-Cas13b, το οποίο προσδένεται στο RNA του SARS-CoV-2 και αποκόπτει ένα κομμάτι του γονιδιώματος που είναι απαραίτητο για τον πολλαπλασιασμό του στα ανθρώπινα κύτταρα.

Όπως υποστήριξε η Sharon Lewin, επικεφαλής της έρευνας από το Peter Doherty Institute for Infection and Immunity της Αυστραλίας, η ομάδα της σχεδίασε ειδικά το ένζυμο CRISPR-Cas13b, έτσι ώστε να αναγνωρίζει τον SARS-CoV-2, τον ιό δηλαδή που ευθύνεται για την COVID-19.

«Μόλις το ένζυμο αναγνωρίσει τον ιό, ενεργοποιείται και κόβει το γονιδίωμά του. Δοκιμάσαμε αρκετά διαφορετικά σημεία του γονιδιώματος ως σημείο κοπής και όλα έδωσαν πολύ θετικά αποτελέσματα», συμπλήρωσε.

Η τεχνική που ακολούθησαν οι επιστήμονες ήταν αποτελεσματική και στην αντιμετώπιση των νεότερων στελεχών του SARS-CoV-2, όπως το στέλεχος Άλφα.

Αν και σήμερα υπάρχουν αρκετά διαφορετικά εμβόλια για την COVID-19, οι θεραπείες της νόσου είναι πολύ περιορισμένες και καμία δεν έχει ικανοποιητική αποτελεσματικότητα.

Ανάγκη για Νέες Θεραπείες

Η Lewin υποστήριξε ότι αν και η προσέγγιση της μελέτης τους φαίνεται ότι έχει υψηλή αποτελεσματικότητα στην αντιμετώπιση της COVID-19, στην πραγματικότητα χρειάζονται ακόμα αρκετά χρόνια μέχρι να κυκλοφορήσει στην αγορά.

Ωστόσο, τόνισε ότι σήμερα υπάρχει μεγάλη ανάγκη για αποτελεσματικές θεραπείες της COVID-19, ιδιαίτερα στους ασθενείς που νοσηλεύονται. Οι θεραπείες που χρησιμοποιούνται σήμερα έχουν όλες κάτω από 30% αποτελεσματικότητα στην πρόληψη του θανάτου από τον ιό.

Μία ιδανική θεραπεία θα μπορεί να χορηγείται από του στόματος στους ασθενείς αμέσως μετά τη θετική εξέταση για την COVID-19.

Με τον τρόπο αυτό θα μπορεί να προληφθεί η σοβαρή νόσηση και να περιοριστεί η επιβάρυνση στα νοσοκομεία.

«Η παραπάνω ‘test and treat’ προσέγγιση θα μπορεί να εφαρμοστεί μόνο αν αναπτυχθεί ένα φτηνό, μη τοξικό αντιιικό χάπι. Αυτός είναι ο στόχος μας με τη χρησιμοποίηση της μεθόδου CRISPR», είπε η Lewin.

Σύμφωνα με τον Mohamed Fareh, έναν άλλο επιστήμονα που συμμετείχε στη μελέτη, η προσέγγιση αυτή μπορεί δυνητικά να χρησιμοποιηθεί και στην αντιμετώπιση άλλων ιογενών λοιμώξεων.

«Αντίθετα με τα συμβατικά αντιιικά φάρμακα, η τεχνική CRISPR μπορεί να προσαρμοστεί πολύ εύκολα, γεγονός που την καθιστά ιδανική για την αντιμετώπιση παθογόνων όπως η γρίπη, ο ιός Ebola και πιθανώς ο HIV», κατέληξε.