Σε αρκετούς ασθενείς, ο αυξημένος κίνδυνος COVID-19 αποδίδεται στην αδυναμία του ανοσοποιητικού τους συστήματος να εξαπολύσει μία ικανοποιητική ανοσιακή απόκριση για τον SARS-CoV-2.

Οι παραπάνω ασθενείς, γνωστοί και ως ανοσοκατεσταλμένοι, πιθανώς έχουν μειωμένη ανοσιακή απόκριση και στα εμβόλια. Αυτή τη στιγμή αρκετές έρευνες προσπαθούν να διαπιστώσουν αν οι ανοσοκατεσταλμένοι ασθενείς που εμβολιάζονται αναπτύσσουν επαρκή ανοσία, ωστόσο καθώς ο πληθυσμός αυτός είναι ανομοιγενής, ενδεχομένως ο κάθε ασθενής παρουσιάζει διαφορετικού βαθμού ανοσιακή απόκριση.

Μία έρευνα από τις ΗΠΑ, για παράδειγμα, διαπίστωσε ότι οι ασθενείς που παίρνουν ανοσοκατασταλτικά φάρμακα (μετά από μία μεταμόσχευση και προκειμένου να προληφθεί η απόρριψη του οργάνου), έχουν μειωμένη απόκριση στα εμβόλια. Η έρευνα διαπίστωσε ότι πάνω από το 50% των παραπάνω ασθενών δεν είχε δημιουργήσει καθόλου αντισώματα μετά από 2 δόσεις του εμβολίου.

Άλλες έρευνες, ωστόσο, κατέληξαν σε πιο ενθαρρυντικά αποτελέσματα. Μία μελέτη διαπίστωσε ότι οι ασθενείς που έχουν κάνει μεταμόσχευση νεφρού παρουσίασαν απόκριση στα εμβόλια, αν και αυτή ήταν περιορισμένη συγκριτικά με την απόκριση ενός υγιούς ατόμου.

Μία προδημοσίευση από τη Μεγάλη Βρετανία εξέτασε την αποτελεσματικότητα των εμβολίων της Pfizer και AstraZeneca σε ασθενείς που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες. Ορισμένες ομάδες που εξετάστηκαν ήταν οι διαβητικοί, οι ασθενείς με χρόνιες καρδιοπάθειες ή νεφροπάθειες, οι ασθενείς με νευρολογικές παθήσεις, καθώς και οι ανοσοκατεσταλμένοι ασθενείς.

Οι περισσότεροι ασθενείς που εξετάστηκαν παρουσίασαν ισχυρή απόκριση αντισωμάτων και ήταν επαρκώς προστατευμένοι από τη συμπτωματική COVID-19 μετά τον εμβολιασμό τους. Ωστόσο, στους ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς τα επίπεδα των αντισωμάτων ήταν σχετικά χαμηλά μετά από 2 δόσεις. Ιδιαίτερα μετά την 1η δόση του εμβολίου, τα επίπεδα ανοσίας τους ήταν πολύ χαμηλά συγκριτικά με αυτά των υπολοίπων ασθενών. Μετά τη χορήγηση και της 2ης δόσης, οι ανοσοκατεσταλμένοι ασθενείς ήταν επαρκώς προστατευμένοι από τη νόσο, παρά το γεγονός ότι τα αντισώματά τους ήταν χαμηλότερα.

Είναι σίγουρα ενθαρρυντικό το γεγονός ότι ακόμα και στους ασθενείς με κατεσταλμένο ανοσοποιητικό σύστημα, οι 2 δόσεις του εμβολίου μπορούν να δημιουργήσουν επαρκή ανοσία για την COVID-19. Ωστόσο, οι διαφορές στα αποτελέσματα των παραπάνω ερευνών δείχνουν ότι κάθε ασθενής μπορεί να παρουσιάσει διαφορετικού βαθμού απόκριση στα εμβόλια. Όπως φαίνεται, το αίτιο που ευθύνεται για τη μειωμένη ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος πιθανώς συνδέεται με την ισχύ της απόκρισης στα εμβόλια.

Γιατί είναι Περιορισμένη η Ανοσιακή Απόκριση;

Τα αίτια που οδηγούν σε έκπτωση της λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται οι ασθενείς με παθήσεις που επηρεάζουν άμεσα την ανοσιακή απόκριση, ενώ στη δεύτερη οι ασθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικά φάρμακα.

Οι παθήσεις των ασθενών της πρώτης κατηγορίας λέγονται ανοσοανεπάρκειες. Οι περισσότερες από αυτές είναι κληρονομικές και αποδίδονται σε γενετικές μεταλλάξεις. Ωστόσο, υπάρχει πιθανότητα να εμφανιστούν και αργότερα στη διάρκεια της ζωής ως αποτέλεσμα υποσιτισμού, παχυσαρκίας, διαβήτη ή μίας HIV λοίμωξης.

Αυτή τη στιγμή δεν γνωρίζουμε πλήρως πως επηρεάζουν το ανοσοποιητικό σύστημα οι παραπάνω παθήσεις. Για παράδειγμα, ο HIV ξέρουμε ότι μολύνει τα βοηθητικά Τ λεμφοκύτταρα. Ως αποτέλεσμα, οι ασθενείς έχουν μειωμένο αριθμό των παραπάνω κυττάρων τα οποία μπορούν να αντιμετωπίσουν τις λοιμώξεις.

Ωστόσο, σε αρκετές άλλες παθήσεις δεν γνωρίζουμε ακόμα με βεβαιότητα μέσω ποιου μηχανισμού προκαλείται η ανοσοανεπάρκεια. Ο διαβήτης, για παράδειγμα, αποτελεί παράγοντα κινδύνου όχι μόνο για την COVID-19, αλλά και για άλλες ιογενείς και βακτηριακές λοιμώξεις, όπως η ηπατίτιδα Β και η φυματίωση. Ορισμένες νέες μελέτες έχουν δείξει ότι η μειωμένη λειτουργικότητα του ανοσοποιητικού συστήματος αποδίδεται στα υψηλά επίπεδα γλυκόζης στο αίμα. Το γεγονός αυτό επηρεάζει τόσο τη σηματοδότηση των ανοσιακών κυττάρων όσο και την ικανότητά τους να αντιμετωπίζουν παθογόνους μικροοργανισμούς.

Το 2ο αίτιο μειωμένης λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος, όπως προαναφέρθηκε, είναι η θεραπεία με ανοσοκατασταλτικά φάρμακα. Τα τελευταία χορηγούνται για διάφορες ενδείξεις, όπως για παράδειγμα οι μεταμοσχεύσεις, το άσθμα, οι καρκίνοι του αίματος ή διάφορα αυτοάνοσα νοσήματα. Υπάρχουν αρκετά διαφορετικά είδη ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων, καθένα από τα οποία χορηγείται σε άλλη νόσο. Ο βαθμός που επηρεάζεται η λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος εξαρτάται από το μηχανισμό δράσης του φαρμάκου.

Οι αντιμεταβολίτες, για παράδειγμα, είναι φάρμακα που παρεμβαίνουν σε ορισμένες από τις βασικότερες λειτουργίες των κυττάρων. Η μυκοφαινολάτη, ένα φάρμακο της παραπάνω κατηγορίας, επηρεάζει την ικανότητα των ανοσιακών κυττάρων να δημιουργούν νέες έλικες DNA και να διαιρούνται. Οι αντιμεταβολίτες έχουν ένα μεγάλο εύρος δράσεων και έχουν συνδεθεί στο παρελθόν με μειωμένη απόκριση στα εμβόλια της COVID-19.

Μία άλλη τάξη ανοσοκαταστλατικών φαρμάκων είναι οι βιολογικοί παράγοντες που στοχεύουν συγκεκριμένα κομμάτια του ανοσοποιητικού συστήματος. Για παράδειγμα, τα φάρμακα που αποκλείουν το σηματοδοτικό μόριο TNF επιτελούν μία συγκεκριμένη δράση και επομένως επηρεάζουν λιγότερο την απόκριση στα εμβόλια της COVID-19 συγκριτικά με τους αντιμεταβολίτες.

Άλλοι βιολογικοί παράγοντες, όπως η ριτουξιμάμπη (ένα μονοκλωνικό αντίσωμα) μπορεί να επηρεάσουν περισσότερο την ανοσιακή απόκριση στα εμβόλια της COVID-19. Η ριτουξιμάμπη στοχεύει ένα συγκεκριμένο μόριο στην επιφάνεια των ανοσιακών κυττάρων που παράγουν αντισώματα, περιορίζοντας έτσι την λειτουργικότητά τους. Για το λόγο αυτό, οι ασθενείς που παίρνουν το παραπάνω φάρμακο, θα πρέπει να διακόψουν ίσως τη λήψη του για ένα διάστημα πριν και μετά τον εμβολιασμό για την COVID-19.

Αυτή τη στιγμή σχεδόν όλα τα δεδομένα που έχουμε για τα εμβόλια της COVID-19 στους ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς προέρχονται από μικρές μελέτες. Κατά συνέπεια είναι σημαντικό να γίνουν έρευνες με μεγαλύτερες ομάδες εθελοντών προκειμένου να κατανοήσουμε καλύτερα την αποτελεσματικότητα των εμβολίων σε αυτό τον πληθυσμό.