Το αυξημένο ιικό φορτίο του SARS-CoV-2 στους πνεύμονες ενοχοποιείται για το θάνατο των περισσοτέρων ασθενών που καταλήγουν από COVID-19, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας μελέτης. Προηγούμενες μελέτες είχαν υποστηρίξει ότι αρκετοί ασθενείς καταλήγουν από δευτερογενείς βακτηριακές λοιμώξεις ή υπερβολική ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος, θεωρίες οι οποίες απορρίπτονται από την παρούσα μελέτη.

Όπως έδειξε η έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Microbiology, οι ασθενείς που κατέληξαν από τον ιό είχαν 10 φορές υψηλότερο ιικό φορτίο στους κατώτερους αεραγωγούς συγκριτικά με τους ασθενείς που νόσησαν σοβαρά, αλλά επιβίωσαν από την COVID-19. Παράλληλα, οι επιστήμονες δεν παρατήρησαν ενδείξεις κάποιας δευτερογενούς βακτηριακής λοίμωξης, αν και αυτό ενδεχομένως αποδίδεται στην αντιβιοτική θεραπεία που λαμβάνουν οι διασωληνωμένοι ασθενείς, όπως υποστήριξαν.

«Τα αποτελέσματα της μελέτης μας δείχνουν ότι η αδυναμία του ανοσοποιητικού συστήματος να αντιμετωπίσει τα υψηλά επίπεδα του ιού στους πνεύμονες αποτελεί το σημαντικότερο αίτιο θανάτου στους ασθενείς που καταλήγουν από COVID-19», αναφέρουν οι επιστήμονες στη μελέτη τους.

Σύμφωνα με τις παρούσες οδηγίες από το CDC και άλλους οργανισμούς, οι διασωληνωμένοι ασθενείς δεν χρειάζεται να λαμβάνουν αντιιικά φάρμακα, όπως η ρεμδεσιβίρη. Ωστόσο, σύμφωνα με τους επιστήμονες της μελέτης, τα παραπάνω φάρμακα αποτελούν εξαιρετικά χρήσιμη θεραπεία για τους παραπάνω ασθενείς.

Αρκετές θεωρίες είχαν υποστηρίξει ότι ο ιός μπορεί να προκαλέσει υπερβολική ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος, με αποτέλεσμα το τελευταίο να προκαλέσει βλάβες στους ιστούς του πνεύμονα μέσω της φλεγμονής, ωστόσο η παρούσα μελέτη διαπίστωσε ότι το γεγονός αυτό δεν συνδέεται με χειρότερη πρόγνωση. Μάλιστα, σύμφωνα με τους επιστήμονες, η ισχύς της ανοσιακής απόκρισης ήταν αντιστρόφως ανάλογη με το ιικό φορτίο στους πνεύμονες.

Η COVID-19 έχει προκαλέσει σήμερα πάνω από 4 εκατομμύρια θανάτους παγκοσμίως, σύμφωνα με τους επιστήμονες. Από τους ασθενείς που διασωληνώνονται, τελικά πάνω από το 70% καταλήγει. Σε προηγούμενες πανδημίες, όπως για παράδειγμα αυτή της Ισπανικής γρίπης το 1918 και της γρίπης των χοίρων το 2009, το μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών είχε καταλήξει εξ’ αιτίας δευτερογενών βακτηριακών λοιμώξεων. Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν γνωρίζαμε αν ισχύει το ίδιο και για την COVID-19.

Στην παρούσα μελέτη οι επιστήμονες εξέτασαν την επίδραση τριών παραγόντων στην πρόγνωση της COVID-19 σε διασωληνωμένους ασθενείς. Οι παράγοντες αυτοί ήταν το ιικό φορτίο, οι δευτερογενείς λοιμώξεις και οι πληθυσμοί των κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος. Η παρούσα μελέτη αποτελεί την πιο λεπτομερή ίσως ανάλυση που έχει γίνει αναφορικά με το περιβάλλον στους κατώτερους αεραγωγούς διασωληνωμένων ασθενών για την COVID-19.

Οι επιστήμονες έλαβαν δείγματα από τους πνεύμονες 589 ανδρών και γυναικών που είχαν νοσηλευτεί για COVID-19 στη Νέα Υόρκη. Όλοι οι ασθενείς είχαν χρειαστεί διασωλήνωση. 142 από τους ασθενείς είχαν κάνει βρογχοσκόπηση προκειμένου να καθαριστούν οι αεραγωγοί τους. Στους ασθενείς αυτούς οι επιστήμονες εξέτασαν ποια μικρόβια βρίσκονται στους κατώτερους αεραγωγούς, αναλύοντας το γενετικό τους κώδικα. Οι επιστήμονες εξέτασαν επίσης το είδος των ανοσιακών κυττάρων καθώς και άλλων ουσιών σε αυτή την περιοχή.

Μία από τις παρατηρήσεις της μελέτης ήταν οι ασθενείς που κατέληξαν είχαν περίπου 50% μειωμένη παραγωγή μίας συγκεκριμένης ανοσιακής πρωτεΐνης συγκριτικά με τους ασθενείς που επιβίωσαν από τον ιό. Οι πρωτεΐνες αυτές αποτελούν κομμάτι της επίκτητης ανοσίας και προετοιμάζουν τον οργανισμό έτσι ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει τον ιό ευκολότερα στο ενδεχόμενο μίας μελλοντικής μόλυνσης.

«Τα αποτελέσματα της μελέτης μας δείχνουν ότι το σύστημα της επίκτητης ανοσίας δυσλειτουργεί, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αντιμετωπίσει τον SARS-CoV-2. Αν καταφέρουμε να ανακαλύψουμε τα αίτια του παραπάνω προβλήματος, θα μπορέσουμε πιθανώς να βρούμε μία αποτελεσματική θεραπεία που θα ενισχύσει τις άμυνες του οργανισμού», αναφέρουν οι επιστήμονες της μελέτης.

Ένας περιορισμός της έρευνας ήταν ότι εξέτασε αποκλειστικά ασθενείς που κατέληξαν μετά από τουλάχιστον 14 ημέρες νοσηλείας. Κατά συνέπεια, στους ασθενείς που καταλήγουν νωρίτερα, ενδεχομένως να ενοχοποιείται και η υπερβολική ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος ή οι δευτερογενείς βακτηριακές λοιμώξεις.

Στις επόμενες μελέτες τους οι επιστήμονες θα εξετάσουν πως εξελίσσεται το ιικό φορτίο και τα επίπεδα των ανοσιακών κυττάρων στη διάρκεια της λοίμωξης.