Σύμφωνα με ένα νέο άρθρο που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Science, θα πρέπει σύντομα να εξετάσουμε το ενδεχόμενο ανάπτυξης ενδορρινικών εμβολίων για την COVID-19, καθώς τα τελευταία έχουν μία σειρά οφέλη συγκριτικά με τα εμβόλια που χορηγούνται ενδομυϊκά.

Συγκεκριμένα, η παραπάνω οδός χορήγησης υπερτερεί έναντι της ενδομυϊκής για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι το γεγονός ότι παράγει ανοσοσφαιρίνη Α, Τ λεμφοκύτταρα και Β λεμφοκύτταρα μνήμης στο αναπνευστικό βλεννογόνο, γεγονός που προλαμβάνει τη λοίμωξη σε αυτές τις περιοχές. Δεύτερον, τα Τ και Β λεμφοκύτταρα μνήμης με διασταυρούμενη αντιδραστικότητα μπορούν να ανταποκριθούν ταχύτερα σε σχέση με τα υπόλοιπα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος αν τελικά ο ασθενής μολυνθεί από κάποιο νέο στέλεχος του ιού.

«Αν αναλογιστούμε ποιες είναι οι περιοχές που στοχεύει ο ιός, τότε θα πρέπει να μας προκαλεί μεγάλη έκπληξη το γεγονός ότι μόλις 7 από τα 100 εμβόλια για τον SARS-CoV-2 που εξετάζονται αυτή τη στιγμή σε κλινικές δοκιμές χορηγούνται ενδορρινικά», υποστήριξαν οι Fran Lund και Troy Randall, δύο από τους συγγραφείς του παραπάνω άρθρου. «Άλλα πλεονεκτήματα της ενδορρινικής χορήγησης είναι το γεγονός ότι δεν χρειάζονται ενέσεις, χορηγούμε το αντιγόνο απ’ ευθείας στο σημείο ενδιαφέροντος και αναπτύσσεται ανοσία στο βλεννογόνο του αναπνευστικού συστήματος».

Στο άρθρο τους στο επιστημονικό περιοδικό Science, οι επιστήμονες περιγράφουν λεπτομερώς τα πλεονεκτήματα και τις προκλήσεις για καθένα από τα 7 ενδορρινικά εμβόλια που εξετάζονται σήμερα στις κλινικές δοκιμές. Τα 6 από τα 7 εμβόλια περιέχουν ιούς-φορείς. Συγκεκριμένα, τα 3 περιέχουν αδενοϊούς, το 1 ιούς της γρίπης, το 1 αναπνευστικούς συγκυτιακούς ιούς, ενώ το τελευταίο εξασθενημένους ιούς SARS-CoV-2. Το 7ο εμβόλιο περιέχει πρωτεϊνικές υπομονάδες.

Ένα αρνητικό στα εμβόλια που χρησιμοποιούν ιούς-φορείς είναι το γεγονός ότι οι ασθενείς μπορεί να έχουν ήδη ολική ή μερική ανοσία σε αυτούς εξ’ αιτίας προηγούμενης έκθεσης, κάτι που ενδεχομένως μπορεί να επηρεάσει την αποτελεσματικότητα του εμβολίου. Το ενδεχόμενο ενεργοποίησης του εμβολίου που περιέχει εξασθενημένους ιούς SARS-CoV-2 καθιστά αδύνατη τη χορήγηση του τελευταίου σε βρέφη, ηλικιωμένους ή ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς.

«Κανένα από τα ενδορρινικά εμβόλια δεν έχει ακολουθήσει την προσέγγιση του mRNA σε λιπιδικό περίβλημα», ανέφεραν οι δύο επιστήμονες, αριθμώντας παράλληλα ορισμένες προκλήσεις και ανεπιθύμητες ενέργειες που συνδέονται με αυτή την τεχνολογία.

«Ο στόχος μας τελικά είναι να διασφαλίσουμε προστατευτική ανοσία μεγάλης διάρκειας», υποστηρίζουν. Συγκρίνοντας τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα σε κάθε οδό χορήγησης τόνισαν ότι δεν είναι απαραίτητο να χρησιμοποιούμε μόνο μία από τις δύο καθώς δεν υπάρχει μία προσέγγιση που είναι ιδανική για όλους.

«Για παράδειγμα, θα μπορούμε αρχικά να χορηγούμε μία δόση ενδομυϊκά προκειμένου να προκληθεί συστηματική απόκριση IgG και ένα μεγάλο εύρος Τ και Β λεμφοκυττάρων μνήμης και ακολούθως μία 2η δόση ενδορρινικής χορήγησης που θα προσελκύει Β και Τ λεμφοκύτταρα μνήμης στις ρινικές οδούς διασφαλίζοντας έτσι καλύτερη ανοσία στο ρινικό βλεννογόνο και το αναπνευστικό σύστημα», καταλήγουν στο άρθρο.