Σχεδόν 19 μήνες μετά το 1ο περιστατικό της πανδημίας, έχουμε συλλέξει πλέον αρκετά δεδομένα σχετικά με τις επιδράσεις της COVID-19 τόσο στον εγκέφαλο όσο και στον υπόλοιπο οργανισμό. Τα δεδομένα αυτά έχουν προκαλέσει ανησυχίες σχετικά με τις μακροπρόθεσμες επιπλοκές που μπορεί να έχει η COVID-19 σε διάφορους βιολογικούς μηχανισμούς, όπως η γήρανση.

Εξετάζοντας την Απόκριση του Εγκεφάλου στην COVID-19

Τον Αύγουστο του 2021, μία μελέτη που είχε εξετάσει τις επιδράσεις της COVID-19 στον εγκέφαλο βρέθηκε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος στον τομέα της νευρολογίας.

Στην έρευνα αυτή, οι επιστήμονες βασίστηκαν σε δεδομένα από την UK Biobank, η οποία έχει απεικονιστικές εξετάσεις του εγκεφάλου για πάνω από 45.000 εθελοντές από τη Μεγάλη Βρετανία. Αυτό σημαίνει ότι πρακτικά οι επιστήμονες είχαν πρόσβαση στις εξετάσεις που έκαναν οι εθελοντές τόσο πριν όσο και μετά την έναρξη της πανδημίας.

Η επιστημονική ομάδα ανέλυσε τα παραπάνω δεδομένα και ακολούθως ζήτησε από όσους είχαν ιστορικό COVID-19 να προσέλθουν στο νοσοκομείο για να κάνουν νέες απεικονιστικές εξετάσεις. Στη συνέχεια δημιούργησαν δύο ομάδες με παρόμοια χαρακτηριστικά (ηλικία, φύλο, παράγοντες κινδύνου). Στην πρώτη ομάδα ήταν αυτοί που δεν είχαν ιστορικό COVID-19, ενώ στην άλλη αυτοί που είχαν θετικές εξετάσεις για τον ιό.

Από τα αποτελέσματα διαπιστώθηκαν σημαντικές διαφορές στη φαιά ουσία (αποτελείται από τους νευρώνες που επεξεργάζονται πληροφορίες στον εγκέφαλο) ανάμεσα στις δύο ομάδες. Ειδικότερα, το πάχος της φαιάς ουσίας ήταν μειωμένο στον πρόσθιο και τον κροταφικό λοβό σε όσους είχαν νοσήσει από COVID-19.

Στο γενικό πληθυσμό, είναι φυσιολογικό να περιοριστεί ο όγκος ή το πάχος της φαιάς ουσίας με την ηλικία, ωστόσο η μείωση ήταν μεγαλύτερη του αναμενόμενου σε όσους είχαν νοσήσει από COVID-19.

Μία παρατήρηση της έρευνας με ιδιαίτερο ενδιαφέρον ήταν ότι η μείωση της φαιάς ουσίας ήταν παρόμοια σε όσους είχαν νοσήσει σοβαρά και όσους είχαν παρουσιάσει ηπιότερα συμπτώματα από την COVID-19. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ακόμα και αυτοί που ήταν ασυμπτωματικοί, είχαν αρνητικές επιδράσεις στη φαιά ουσία από τη λοίμωξη.

Τέλος, οι επιστήμονες έκαναν εξετάσεις των γνωστικών λειτουργιών στις δύο ομάδες εθελοντών και διαπίστωσαν ότι αυτοί που είχαν μολυνθεί με τον SARS-CoV-2 είχαν χειρότερες επιδόσεις στην επεξεργασία των πληροφοριών σε σχέση με την ομάδα ελέγχου.

Αν και τα παραπάνω αποτελέσματα θα πρέπει να ερμηνευθούν με προσοχή, καθώς δεν έχουν περάσει ακόμα από τη διαδικασία του peer review, το μεγάλο δείγμα εθελοντών καθώς και η καλή ποιότητα των δεδομένων που εξετάστηκαν, ισχυροποιούν σε μεγάλο βαθμό τα αποτελέσματα της έρευνας.

Πώς Μεταφράζονται οι Παραπάνω Αλλαγές στη Φαιά Ουσία;

Στην αρχή της πανδημίας, δύο από τα πρώτα συμπτώματα της COVID-19 που καταγράφηκαν ήταν η ανοσμία και η αγευσία.

Οι περιοχές του εγκεφάλου που επηρεάζονται περισσότερο από τη λοίμωξη, όπως διαπίστωσαν οι επιστήμονες, συνδέονται στο σύνολό τους με τον οσφρητικό βολβό, μία δομή στο πρόσθιο μέρος του εγκεφάλου που μεταφέρει τα σήματα της όσφρησης από τη ρίνα στις διάφορες δομές του εγκεφάλου. Ο οσφρητικός βολβός συνδέεται και με αρκετές περιοχές του κροταφικού λοβού.

Ο κροταφικός λοβός παίζει κεντρικό ρόλο στη νόσο Alzheimer, αλλά και στη διαδικασία της γήρανσης, καθώς εκεί βρίσκεται ο ιππόκαμπος. Ο τελευταίος εμπλέκεται τόσο στη μνήμη, όσο και σε ορισμένες άλλες γνωστικές λειτουργίες.

Στο παρελθόν, διάφορες έρευνες είχαν παρατηρήσει ότι οι ασθενείς που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για τη νόσο Alzheimer, συχνά έχουν διαταραχές της όσφρησης.

Προς το παρόν είναι πολύ νωρίς για να γνωρίζουμε ακριβώς τις μακροπρόθεσμες επιδράσεις της COVID-19 στον εγκέφαλο. Οι μελλοντικές έρευνες, όπως φαίνεται αυτή τη στιγμή, θα πρέπει να επικεντρωθούν περισσότερο στις περιοχές του εγκεφάλου που συνδέονται με τη μνήμη και τη νόσο Alzheimer.

Το Μέλλον

Τα αποτελέσματα της παρούσας μελέτης αφήνουν αρκετά αναπάντητα ερωτήματα. Για παράδειγμα, πώς συνδέονται οι αλλαγές της φαιάς ουσίας που παρατηρήθηκαν με τη διαδικασία της γήρανσης; Μπορεί ο εγκέφαλος να αναρρώσει πλήρως από τις βλάβες που προκάλεσε η ιογενής λοίμωξη;

Τα παραπάνω ερωτήματα θα πρέπει να απαντηθούν από μελλοντικές έρευνες, αρκετές από τις οποίες έχουν ήδη ξεκινήσει.

Σήμερα γνωρίζουμε ήδη ότι στις μεγαλύτερες ηλικίες, ο εγκέφαλος επεξεργάζεται διαφορετικά τις πληροφορίες. Επιπλέον, παρατηρούνται αλλαγές στην κινητικότητα, αλλά και στον τρόπο που οι ηλικιωμένοι «μαθαίνουν» νέες κινήσεις.

Δεκαετίες ερευνών έχουν δείξει επίσης ότι η επεξεργασία των νέων πληροφοριών είναι μειωμένη στους ηλικιωμένους, ωστόσο τόσο η ομιλία όσο και οι γνώσεις τους μένουν επί το πλείστον ανεπηρέαστες.

Αναφορικά με τη δομή του εγκεφάλου, τυπικά παρατηρείται μία μείωση στο μέγεθος στις ηλικίες άνω των 65. Η μείωση αυτή, ωστόσο, δεν περιορίζεται σε μία συγκεκριμένη περιοχή του εγκεφάλου και συνήθως συνοδεύεται από αύξηση του εγκεφαλονωτιαίου υγρού.

Η λευκή ουσία (μεταφέρει τις ηλεκτρικές ώσεις στους άξονες των νευρικών κυττάρων) επίσης επηρεάζεται στην τρίτη ηλικία.

Καθώς το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται συνεχώς τις τελευταίες δεκαετίες, όλο και μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού παρουσιάζει μεταβολές στη σκέψη και τις κινήσεις.

Καταλαβαίνουμε, επομένως, ότι είναι σημαντικό να κατανοήσουμε καλύτερα τους μηχανισμούς της γήρανσης, καθώς έτσι θα μπορούμε να βελτιώσουμε την ποιότητα ζωής και τη λειτουργικότητα των ηλικιωμένων. Σήμερα, καθώς η πανδημία της COVID-19 συνεχίζει να εξαπλώνεται, θα μάθουμε επίσης αρκετά και για τις μακροπρόθεσμες επιδράσεις της COVID-19 στον εγκέφαλο.

Φωτογραφία: jcomp – www.freepik.com