Το Ισραήλ ήταν η πρώτη χώρα που ξεκίνησε τους εμβολιασμούς για την COVID-19, επομένως οι έρευνες που προέρχονται από τη Μεσογειακή αυτή χώρα έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πλέον πρόσφατη μελέτη από το Ισραήλ η οποία έδειξε ότι οι ασθενείς που έχουν νοσήσει από COVID-19 έχουν μεγαλύτερη καλύτερη ανοσία σε σχέση με αυτούς που έχουν κάνει και τις 2 δόσεις των εμβολίων. Η έρευνα έχει αναρτηθεί προς το παρόν ως προδημοσίευση στην ιστοσελίδα medRxiv.

Στο παρελθόν, το φαινόμενο αυτό έχει παρατηρηθεί και με άλλες λοιμώξεις και μπορεί να εξηγηθεί εύκολα. Η λοίμωξη από έναν ιό εκθέτει το ανοσοποιητικό σύστημα σε αρκετές διαφορετικές πρωτεΐνες του ιού. Αντιθέτως, τα εμβόλια της COVID-19 δημιουργούν ανοσία σε ένα μόνο, αντιγόνο του SARS-CoV-2, την πρωτεΐνη ακίδα. Με την προσέγγιση αυτή, τα εμβόλια δημιουργούν πιο στοχευμένη, αλλά μικρότερης έκτασης ανοσιακή απόκριση σε σχέση με τη φυσική λοίμωξη.

Αν και οι ασθενείς που νόσησαν από COVID-19 μπορούν να μολυνθούν και πάλι με τον ιό, η ανοσία που αναπτύσσεται μετά τη φυσική λοίμωξη συνεχίζει να εξελίσσεται και τα αντισώματα μπορούν να ανιχνευθούν για μεγαλύτερη διάρκεια απ’ όσο θα περιμέναμε. Τελευταία δεδομένα έχουν δείξει μάλιστα ότι η ανοσία που αναπτύσσεται μετά τη σοβαρή ή ακόμα και την ήπια νόσηση μπορεί να προστατεύσει τόσο από τη συμπτωματική όσο και από την ασυμπτωματική λοίμωξη στο μέλλον.

Προφανώς, τα παραπάνω δεδομένα θα πρέπει να ερμηνευθούν στο κατάλληλο πλαίσιο. Αν και η έρευνα επιβεβαιώνει ότι η φυσική λοίμωξη προσφέρει καλύτερα ανοσία, δεν συνυπολογίζει τους κινδύνους για την ανοσία μέσω αυτής της οδού, ούτε θέτει ερωτήματα αναφορικά με την αποδεδειγμένη ανοσία από τα εμβόλια.

Μάλιστα, τα οφέλη του εμβολιασμού δεν εξετάστηκαν καν από τη μελέτη, καθώς στο δείγμα που εξετάστηκε δεν υπήρχαν ανεμβολίαστα άτομα χωρίς ιστορικό λοίμωξης (ομάδα ελέγχου). Τα χαμηλά ποσοστά νοσηλειών στους εμβολιασμένους εθελοντές (8 στους 16.000) θα ήταν πιθανώς πολύ χαμηλότερα συγκριτικά με αυτά στους ανεμβολίαστους που δεν είχαν ιστορικό COVID-19, ωστόσο η τελευταία ομάδα δεν εξετάστηκε στην ανάλυση.

Ένας κοινός λόγος για την άρνηση του εμβολιασμού είναι η λανθασμένη αντίληψη ότι η φυσική λοίμωξη αποτελεί καλύτερη επιλογή σε σχέση με τον εμβολιασμό για την ανάπτυξη ανοσίας. Ωστόσο, η φυσική λοίμωξη συχνά ενέχει κινδύνους για τον ασθενή.

Εκτός από τον κίνδυνο σοβαρής νόσησης ή θανάτου, πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει ότι οι ασθενείς που αναρρώνουν από COVID-19 έχουν σημαντικά αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών, όπως η μυοκαρδίτιδα (φλεγμονή του μυοκαρδίου), οι θρομβώσεις και το εγκεφαλικό επεισόδιο, συγκριτικά με αυτούς που έχουν εμβολιαστεί. Αντιθέτως, το FDA των ΗΠΑ έχει αποφανθεί πλέον ότι τα εμβόλια της COVID-19 είναι ασφαλή και αποτελεσματικά.

Καταλαβαίνουμε επομένως ότι η ανοσία μέσω της φυσικής λοίμωξης συνοδεύεται από κινδύνους οι οποίοι δεν περιορίζονται στη σοβαρή νόσηση ή ακόμα και το θάνατο κατά τη διάρκεια της οξείας νόσου.

Υβριδική Ανοσία

Η μελέτη από το Ισραήλ προσφέρει και ορισμένα σημαντικά δεδομένα σχετικά με την ανοσία από τη χορήγηση του εμβολίου σε ασθενείς με ιστορικό COVID-19. Αρκετές έρευνες έχουν δείξει ότι ο εμβολιασμός μπορεί να ενισχύσει σημαντικά τόσο την ανοσία από τα αντισώματα όσο και την απόκριση των Τ λεμφοκυττάρων σε αυτούς τους ασθενείς.

Πρόσφατα δεδομένα από το CDC των ΗΠΑ έδειξαν ότι αυτοί που έχουν αναρρώσει από COVID-19 και ακολούθως εμβολιάστηκαν έχουν 50% μειωμένο κίνδυνο να μολυνθούν ξανά με τον ιό, συγκριτικά με αυτούς που νόσησαν από COVID-19 αλλά δεν έκαναν το εμβόλιο. Κατά συνέπεια, είναι σημαντικό να κάνουμε το εμβόλιο, ακόμα κι αν νοσήσαμε στο παρελθόν από COVID-19.

Ορισμένες χώρες της ΕΕ, συνιστούν πλέον ότι όσοι έχουν νοσήσει από τον ιό θα πρέπει να κάνουν μία δόση του εμβολίου. Η οδηγία αυτή έχει βασιστεί σε αρκετές μελέτες που έδειξαν ότι η ανοσιακή απόκριση σε όσους νόσησαν από COVID-19 και έκαναν μία δόση του εμβολίου της Pfizer ή της AstraZeneca είναι ισχυρότερη σε σχέση με αυτή στα άτομα που έκαναν 2 δόσεις των εμβολίων χωρίς να έχουν ιστορικό νόσησης.

Αν και σίγουρα οι περιορισμένες δόσεις των εμβολίων είναι προτιμότερο να χορηγηθούν σε άτομα που δεν έχουν ιστορικό COVID-19, πιθανώς θα μπορούν να γίνουν εξαιρέσεις για τη χορήγηση των εμβολίων και σε ορισμένα άτομα με ιστορικό της νόσου. Ωστόσο, σε μία περίοδο πανδημίας είναι ουτοπικό να γίνονται εξετάσεις αντισωμάτων σε κάθε άτομο του πληθυσμού που επιθυμεί να εμβολιαστεί. Κατά συνέπεια, είναι αδύνατο να υπάρχουν εξατομικευμένες οδηγίες, καθώς αυτό θα επιβραδύνει τον εμβολιασμό.

Τελικά, βλέπουμε ότι η απόφαση για τον τρόπο που θα αναπτύξουμε ανοσία για την COVID-19 δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Η ανοσία από τη φυσική λοίμωξη, αν και τελικά είναι ισχυρότερη, συνοδεύεται τόσο από τους κινδύνους της οξείας λοίμωξης, όσο και από τον κίνδυνο long COVID. Αντιθέτως, τα εμβόλια προσφέρουν ικανοποιητική ανοσία χωρίς να μας εκθέτουν σε σημαντικό κίνδυνο.α