Τα επίπεδα των IgG αντισωμάτων για την πρωτεΐνη ακίδα του SARS-CoV-2 παραμένουν στα ίδια επίπεδα ή μπορεί ακόμα και να αυξηθούν 7 μήνες μετά τη λοίμωξη από τον ιό, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας έρευνας από την Ισπανία που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Communications. Η ίδια έρευνα υποστηρίζει ότι τα προϋπάρχοντα αντισώματα για τους κορονοϊούς του κοινού κρυολογήματος μπορεί να προστατεύσουν από την COVID-19.

Προκειμένου να προβλέψουμε την πορεία της πανδημίας και να αναπτύξουμε στρατηγικές για την αντιμετώπισή της, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε τη δυναμική της ανοσίας στον SARS-CoV-2, καθώς και το ρόλο της διασταυρούμενης ανοσίας με τους κορονοϊούς του κοινού κρυολογήματος. Θέλοντας να απαντήσουν στα παραπάνω ερωτήματα, επιστήμονες από την Ισπανία εξέτασαν ένα δείγμα επαγγελματιών υγείας από τη μελέτη SEROCOV. Ο κύριος στόχος τους ήταν να διαπιστώσουν πως μεταβάλλονται τα επίπεδα συγκεκριμένων αντισωμάτων για τον SARS-CoV-2 με το χρόνο. Η παρούσα έρευνα ήταν μάλιστα η πρώτη που εξετάζει ένα τόσο μεγάλο εύρος διαφορετικών αντισωμάτων για τον SARS-CoV-2 σε ένα διάστημα 7 μηνών, όπως υποστήριξαν οι συγγραφείς.

Στην έρευνα εξετάστηκαν δείγματα αίματος από συνολικά 578 εθελοντές. Ο καθένας από αυτούς έδωσε 4 δείγματα στο διάστημα από το Μάρτιο μέχρι τον Οκτώβριο του 2020. Οι επιστήμονες εξέτασαν τα επίπεδα και τον τύπο των IgA, IgM και IgG αντισωμάτων για 6 διαφορετικά αντιγόνα του SARS-CoV-2, καθώς και για αντιγόνα από τους 4 κορονοϊούς που προκαλούν κοινό κρυολόγημα στον άνθρωπο. Για κάθε αντίσωμα, οι επιστήμονες εξέτασαν την ικανότητά του να εξουδετερώνει τον ιό SARS-CoV-2.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, η πλειοψηφία των εθελοντών μολύνθηκαν κατά το 1ο κύμα της πανδημίας (το ποσοστό των εθελοντών με αντισώματα για τον SARS-CoV-2 αυξήθηκε ελάχιστα από το Μάρτιο μέχρι τον Οκτώβριο, από 13.5% σε 16.4%). Με εξαίρεση τα IgM και IgG αντισώματα για το νουκλεοκαψίδιο του SARS-CoV-2 (Ν), τα υπόλοιπα IgG αντισώματα (μεταξύ των οποίων και τα εξουδετερωτικά), παρέμειναν σταθερά στη διάρκεια που εξετάστηκε, γεγονός που πρακτικά επιβεβαιώνει τις παρατηρήσεις προηγουμένων ερευνών.

Μάλιστα, όπως ανέφεραν οι συγγραφείς στο 75% των εθελοντών παρατηρήθηκε αύξηση στα επίπεδα των IgG αντισωμάτων που στοχεύουν την πρωτεΐνη ακίδα (S) 5 μήνες μετά τη λοίμωξη, χωρίς οι εθελοντές να έχουν έρθει ξανά σε επαφή με τον ιό. Μάλιστα, στο σύνολο των εθελοντών που εξετάστηκαν δεν παρατηρήθηκε ούτε ένα περιστατικό επαναμόλυνσης.

Αναφορικά με τα αντισώματα για τους κορονοϊούς που προκαλούν κοινό κρυολόγημα (HCoV), τα αποτελέσματα έδειξαν ότι μπορούν να προστατεύσουν μερικώς από την COVID-19. Οι ασθενείς που μολύνθηκαν από τον SARS-CoV-2 είχαν χαμηλότερα επίπεδα των παραπάνω αντισωμάτων, όπως διαπίστωσε η μελέτη. Επιπλέον, οι ασυμπτωματικοί φορείς είχαν υψηλότερα επίπεδα αντι-HCoV IgG και IgA συγκριτικά με αυτούς που παρουσίασαν συμπτωματικές λοιμώξεις. «Αν και τα παραπάνω δεδομένα δεν αρκούν για να αποδείξουμε ότι το ιστορικό λοίμωξης από εποχικούς κορονοϊούς μπορεί να προστατεύσει από την COVID-19, η θεωρία αυτή μπορεί να εξηγήσει σε κάποιο βαθμό γιατί ορισμένα άτομα παρουσιάζουν σοβαρά συμπτώματα από τον ιό ενώ άλλα παραμένουν ασυμπτωματικά», καταλήγουν στη μελέτη τους οι συγγραφείς.