Το 14% των ασθενών που νοσηλεύτηκαν για COVID-19 παρουσίασαν διαβήτη μετά το πέρας της νοσηλείας τους, όπως παρατήρησε μία νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Diabetes, Obesity and Metabolism. Προς το παρόν, ωστόσο, ο μηχανισμός της παραπάνω σύνδεσης δεν έχει ακόμα αποσαφηνιστεί.

Προηγούμενες έρευνες είχαν δείξει ότι οι ασθενείς με πρόσφατη διάγνωση διαβήτη διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρής COVID-19 συγκριτικά με αυτούς που δεν έχουν διαβήτη ή άλλες προϋπάρχουσες παθήσεις. Αυτή τη στιγμή εξετάζονται διάφορες θεωρίες σχετικά με τα αυξημένα ποσοστά νεοεμφανιζόμενου διαβήτη σε ασθενείς με ιστορικό COVID-19, ωστόσο προς το παρόν δεν υπάρχει κάποια που έχει ξεχωρίσει.

Μία θεωρία, για παράδειγμα, επικεντρώνεται περισσότερο στους υποδοχείς του ACE2. Γνωρίζουμε ότι ο SARS-CoV-2 εισέρχεται στα κύτταρα του αναπνευστικού συστήματος μέσω αυτών των υποδοχέων. Ωστόσο, τα β κύτταρα του παγκρέατος που παράγουν ινσουλίνη φέρουν επίσης ACE2 υποδοχείς. Η είσοδος του ιού στα κύτταρα αυτά μπορεί να επηρεάσει τη λειτουργία τους ή ακόμα και να τα καταστρέψει.

Η COVID-19 Μπορεί να Επιδεινώσει το Διαβήτη

Ο διαβήτης εμφανίζεται όταν διαταράσσονται τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα. Η ινσουλίνη βοηθά στη ρύθμιση των επιπέδων της γλυκόζης. Στους ασθενείς με διαβήτη τύπου 1, ο οργανισμός παράγει πολύ χαμηλές ποσότητες ή καθόλου ινσουλίνη. Μία θεωρία υποστηρίζει ότι ο SARS-CoV-2 μπορεί να καταστρέψει τα κύτταρα που παράγουν ινσουλίνη.

Η φλεγμονή είναι ένας παράγοντας που επίσης παίζει ρόλο στην παραπάνω σύνδεση. Οι ασθενείς με γενετική προδιάθεση για διαβήτη τύπου 1 μπορεί να παρουσιάσουν την παραπάνω νόσο εξ’ αιτίας των επιδράσεων της φλεγμονής στα κύτταρα του παγκρέατος που παράγουν ινσουλίνη.

Καθώς ο οργανισμός προσπαθεί να αντιμετωπίσει τον ιό, στα πλαίσια της ανοσιακής απόκρισης μπορεί να καταστραφούν ορισμένα β κύτταρα του παγκρέατος, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε εμφάνιση διαβήτη τύπου 1. Το φαινόμενο αυτό έχει παρατηρηθεί και σε λοιμώξεις από άλλους κορονοϊούς ή ιούς της ηπατίτιδας. Υπάρχει επίσης πιθανότητα η επιβάρυνση του οργανισμού κατά τη νοσηλεία να επιδεινώνει προϋπάρχοντα περιστατικά ήπιου διαβήτη που δεν είχαν διαγνωστεί.

Σύμφωνα με μία άλλη θεωρία, η σοβαρή COVID-19 μπορεί να προκαλέσει διαβήτη τύπου 1 μέσω της αυτοανοσίας. Στην τελευταία, ο οργανισμός παράγει αντισώματα τα οποία στοχεύουν υγιείς ιστούς. Στο διαβήτη τύπου 1, το ανοσοποιητικό σύστημα παράγει αντισώματα τα οποία καταστρέφουν τα κύτταρα του παγκρέατος που παράγουν ινσουλίνη. Η φλεγμονή της COVID-19 μπορεί να αυξήσει επίσης την αντίσταση στην ινσουλίνη, οδηγώντας σε εμφάνιση διαβήτη τύπου 2.

Αν και σήμερα τα δεδομένα σχετικά με την εμφάνιση διαβήτη στους ασθενείς με COVID-19 είναι περιορισμένα, γνωρίζουμε ότι οι ασθενείς με διαβήτη έχουν αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν επιπλοκές σε μία λοίμωξη με COVID-19. Έρευνες έχουν δείξει ότι οι ασθενείς με COVID-19 και διαβήτη παρουσιάζουν συχνά ανεξέλεγκτη υπεργλυκαιμία η οποία απαιτεί υψηλές δόσεις ινσουλίνης.

Από τα μέχρι σήμερα δεδομένα φαίνεται ότι η σύνδεση ανάμεσα στην COVID-19 και το διαβήτη είναι αμφίδρομη. Δηλαδή, οι ασθενείς με διαβήτη διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο COVID-19, αλλά και οι ασθενείς με COVID-19 διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν διαβήτη.

Αυτή τη στιγμή εξετάζεται επίσης αν το οικογενειακό ιστορικό διαβήτη επηρεάζει την παραπάνω σύνδεση. Ωστόσο, έχουν καταγραφεί σήμερα αρκετά περιστατικά ασθενών χωρίς οικογενειακό ιστορικό διαβήτη οι οποίοι νόσησαν από COVID-19 και ακολούθως εμφάνισαν διαβήτη.

Θεραπευτικές Επιλογές για το Διαβήτη και την COVID-19

Η αντιμετώπιση της COVID-19 στους διαβητικούς ασθενείς έχει ιδιαίτερη σημασία στους ασθενείς με νεοεμφανιζόμενο διαβήτη. Οποιαδήποτε αλλαγή στο μεταβολισμό, όπως για παράδειγμα η διαβητική κετοξέωση και το υπεργλυκαιμικό σοκ, δηλαδή οι 2 σοβαρότερες επιπλοκές του διαβήτη, μπορεί να είναι απειλητική για τη ζωή. Οι επιπλοκές αυτές εμφανίζονται τόσο στο διαβήτη τύπου 1 όσο και στο διαβήτη τύπου 2.

Καθώς η διαβητική κετοξέωση συχνά συνοδεύεται από αφυδάτωση, είναι απαραίτητο να γίνεται ενδοφλέβια χορήγηση υγρών και ηλεκτρολυτών, καθώς και ινσουλίνης, στους διαβητικούς ασθενείς με COVID-19.

Τα στεροειδή αποτελούν επίσης επιλογή, ωστόσο θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή. Η χορήγηση των παραπάνω θεραπειών σε συνδυασμό με στεροειδή μπορεί να περιορίσει περισσότερο τα αναπνευστικά συμπτώματα της COVID-19, ωστόσο αυξάνει τα επίπεδα της γλυκόζης και της ινσουλίνης στο αίμα.

Η Ανάρρωση μετά την COVID-19

Οι ασθενείς που αναρρώνουν από COVID-19 θα πρέπει να βρίσκονται σε επαγρύπνηση για την εμφάνιση χρονίων συμπτωμάτων από τη λοίμωξη. Σήμερα, γνωρίζουμε ότι ένας σημαντικός αριθμός ασθενών παρουσιάζει χρόνια συμπτώματα σε ένα φαινόμενο που περιγράφεται πλέον με τον όρο long COVID.

Είναι αλήθεια ότι σήμερα υπάρχουν ακόμα αρκετά αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με την πιθανότητα εμφάνισης διαβήτη κατά την ανάρρωση από COVID-19. Δεν αποκλείεται η παραγωγή ινσουλίνης να είναι περιορισμένη τις πρώτες εβδομάδες μετά το εξιτήριο, επομένως ορισμένοι ασθενείς θα πρέπει ίσως να περιορίσουν την κατανάλωση υδατανθράκων.

Οι χρόνιες επιδράσεις της COVID-19 λοίμωξης είναι ακόμα άγνωστες και τα δεδομένα ερευνών είναι πολύ περιορισμένα. Θα χρειαστούν αρκετά χρόνια μέχρι να γνωρίζουμε τι πραγματικά συμβαίνει.