Οι ασθενείς με συστηματικές αυτοάνοσες ρευματικές νόσους διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν επιπλοκές, όπως η ανεπάρκεια οργάνων, κατά τη λοίμωξη με COVID-19, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας έρευνας που παρουσιάστηκε στο ετήσιο συνέδριο του American College of Rheumatology.

Για παράδειγμα, τα ποσοστά διασωλήνωσης στους ασθενείς με COVID-19 και ρευματικές νόσους ήταν 5.5%, ενώ στην ομάδα ελέγχου ήταν 3.1%. Αντίστοιχα, τα ποσοστά οξείας νεφρικής βλάβης ήταν 5.9% στην πρώτη ομάδα και 3.2% στην ομάδα ελέγχου.

Η Kristin M. D’Silva, MD, επικεφαλής της έρευνας που κατέληξε στα παραπάνω συμπεράσματα, τόνισε επίσης ότι ακόμα δεν γνωρίζουμε αν οι ασθενείς με συστηματικές αυτοάνοσες ρευματικές νόσους έχουν αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν σοβαρές επιπλοκές από τον COVID-19.

Θέλοντας να δώσει απαντήσεις στο παραπάνω ερώτημα, η D’Silva και οι συνεργάτες της εξέτασαν δεδομένα από το TriNETX Research Network, το οποίο περιλαμβάνει δεδομένα για περισσότερους από 52 εκατομμύρια εθελοντές από 35 οργανισμούς υγείας.

Στη μελέτη εξετάστηκαν ασθενείς με επιβεβαιωμένη λοίμωξη από COVID-19 (με χρήση PCR) από τον Ιανουάριο μέχρι τον Ιούνιο του 2020.

Συνολικά εξετάστηκαν 716 ασθενείς COVID-19 με συστηματικές ρευματικές νόσους, η πορεία των οποίων συγκρίθηκε με αυτή μίας ομάδας ελέγχου με ίδια ηλικία και φύλο, αλλά χωρίς ρευματικές νόσους.

Οι συστηματικές ρευματικές παθήσεις των ασθενών ήταν η ρευματοειδής αρθρίτιδα (45%), ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος (18%), το σύνδρομο Sjogren (10%), οι αδιαφοροποίητες νόσοι του συνδετικού ιστού (5%), η συστηματική αγγειίτιδα (9%), η ψωριασική αρθρίτιδα (6%), οι φλεγμονώδεις μυοπάθειες, η συστηματική σκλήρυνση και η αγκυλωσική σπονδυλίτιδα.

Η μέση ηλικία των ασθενών ήταν τα 57 χρόνια, το 80% ήταν γυναίκες, ενώ περισσότερο από το 50% ήταν καυκάσιοι. Συγκριτικά με την ομάδα ελέγχου, οι ασθενείς με ρευματικές παθήσεις είχαν περισσότερες συννοσηρότητες, όπως υπέρταση (49% έναντι 32%), διαβήτη (24% έναντι 17%), άσθμα (18% έναντι 9%), χρόνια νεφρική νόσο (19% έναντι 7%) και συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (15% έναντι 5%).

Το 40% των ασθενών λάμβανε πρεδνιζόνη, το 20% έπαιρνε υδροξυχλωροκίνη, ενώ το 12% έπαιρνε αναστολείς του TNF.

Συνολικά, το 24.4% των ασθενών με ρευματικές παθήσεις νοσηλεύτηκε, ενώ στην ομάδα ελέγχου το αντίστοιχο ποσοσότ ήταν 19.8%. Το 6.8% των ασθενών με ρευματικές παθήσεις νοσηλεύτηκε στη ΜΕΘ, ενώ στην ομάδα ελέγχου νοσηλεύτηκε μόλις το 3.9%.

Τα ποσοστά τη συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας ήταν 6.8% στους ασθενείς με ρευματικά νοσήματα και 2.2% στην ομάδα ελέγχου.

Τα ποσοστά θνησιμότητας ήταν επίσης υψηλότερα στους ασθενείς με ρευματικές νόσους, ωστόσο η διαφορά με την ομάδα ελέγχου δεν θεωρήθηκε στατιστικώς σημαντική (5% έναντι 4.3%).

Ένα άλλο σημαντικό πρόβλημα που αναδείχθηκε από την έρευνα ήταν ο κίνδυνος φλεβικής θρομβοεμβολής, καθώς οι ρευματικές νόσοι αυξάνουν τον κίνδυνο της παραπάνω επιπλοκής, ακόμα και μετά την προσαρμογή για τις συνυπάρχουσες νόσους. Ως αποτέλεσμα, «οι ασθενείς με ρευματικές νόσους θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για τον κίνδυνο φλεβικής θρομβοεμβολής κατά τη διάρκειας μίας λοίμωξης με COVID-19», υποστήριξε η D’Silva.

Τόνισε επίσης ότι θα πρέπει να γίνουν περαιτέρω έρευνες προκειμένω να προσδιοριστούν οι παράγοντες κινδύνου που σχετίζονται με σοβαρότερη νόσηση στους ασθενείς με συστηματικές αυτοάνοσες ρευματικές παθήσεις.